Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2026

Τουρκολιβυκό μνημόνιο: Η γεωπολιτική αναβάθμιση της Άγκυρας μέσω της πλευράς Χαφτάρ και το μέτωπο της εσωτερικής κρίσης στην Τουρκία| the woman's step

* Έλενα Μπουλετή, Μεταδιδακτορική ερευνήτρια, Πάντειο Πανεπιστήμιο– H ανάλυση περιλαμβάνεται στο 36ο Δελτίο Διεθνών & Ευρωπαϊκών Εξελίξεων του Ινστιτούτου ΕΝΑ.

Η… αναβάθμιση του τουρκολιβυκού μνημονίου

Η αλλαγή στάσης του Χαλίφα Χαφτάρ έναντι της Τουρκίας με τη συνακόλουθη «ομόφωνη» ψήφιση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης – με έδρα την ανατολική Λιβύη και το Τομπρούκ– στις 20 Οκτωβρίου 2026 αποτελεί μια σημαντική εξέλιξη στο διπλωματικό πεδίο της Ανατολικής Μεσογείου. Η λιβυκή Βουλή ενέκρινε τη συμφωνία θαλάσσιας οριοθέτησης που είχε υπογραφεί το 2019 μεταξύ της Τουρκίας και της τότε κυβέρνησης της Τρίπολης, ανακαλώντας παράλληλα την απόφαση του 2020 για μποϊκοτάζ της Άγκυρας. Προφανώς, η συμφωνία αυτή δεν παράγει κάποια νομική υποχρέωση για τα κράτη που δεν την έχουν υπογράψει, καθώς, από νομική άποψη, το μνημόνιο παραμένει παράνομο, αντίθετο με το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS) και αγνοεί την επήρεια μεγάλων ελληνικών νησιών, όπως η Κρήτη, η Ρόδος και η Κάρπαθος. Ωστόσο, στο πλαίσιο της realpolitik, όπως την αντιλαμβάνεται και την εφαρμόζει η τουρκική κυβέρνηση υπό τον Ταγίπ Ερντογάν, η εξέλιξη αυτή συνιστά μια σημαντική κίνηση στη διπλωματική σκακιέρα, που είναι πολύ πιθανό να παράξει νέα δεδομένα στην ευρύτερη περιοχή, ενισχύοντας τις τουρκικές θέσεις και επιδιώξεις.

Μέχρι πρότινος, η συμφωνία είχε υπογραφεί μόνο από την κυβέρνηση της Τρίπολης, και έφερε μικρή έως και ασήμαντη νομιμοποίηση, καθώς η Βουλή των Αντιπροσώπων της ανατολικής Λιβύης όχι απλά δεν την είχε αποδεχθεί, αλλά την απέρριπτε κατηγορηματικά. Τώρα, η αλλαγή στην ηγεσία του κοινοβουλίου της Βεγγάζης και η σταδιακή προσέγγιση της Άγκυρας με την πλευρά Χαφτάρ έφερε μια πλήρη μεταστροφή στη στάση της τελευταίας, καθώς ανακλήθηκαν και οι αποφάσεις του 2020 με τις οποίες είχε απορρίψει τις συμφωνίες με την Τουρκία και είχε μάλιστα διακόψει τις πολιτικές σχέσεις μαζί της. Και αυτό γιατί το 2019-2020 οι δυνάμεις του Χαλίφα Χαφτάρ, έχοντας στήριξη από την Αίγυπτο, τα ΗΑΕ και τη Ρωσία, ήταν σε ανοιχτή πολεμική σύγκρουση με την κυβέρνηση της Τρίπολης, την οποία στήριξε στρατιωτικά η Τουρκία με έμψυχο και άψυχο υλικό. Τώρα που η συγκυρία έχει αλλάξει και ο πατέρας Χαφτάρ είναι σε προχωρημένη ηλικία και με επιβαρυμένη υγεία, έχει ξεκινήσει, όπως διαφαίνεται, μια διαδικασία διαδοχής, με τον γιο του, Σαντάμ Χαφτάρ που έχει και τον τίτλο του «υποδιοικητή των ενόπλων δυνάμεων της ανατολικής Λιβύης», να προαλείφεται για τον ρόλο του μελλοντικού ηγέτη ολόκληρης της Λιβύης. Μια τέτοια προοπτική ίσως είναι πιο εφικτή με τη στήριξη και της Τουρκίας, της πιο σημαντικής ξένης στρατιωτικής δύναμης στην περιοχή.

Όπως αναφέρεται στον ελληνικό αλλά και στον διεθνή Τύπο, ο Σαντάμ Χαφτάρ ενδιαφέρθηκε για ανταλλαγή τεχνογνωσίας με την Τουρκία για τη δημιουργία ενός κοινού διοικητικού κέντρου και την ενοποίηση των στρατιωτικών δομών όλης της χώρας, αλλά και για προμήθεια τουρκικών οπλικών συστημάτων (τα τουρκικά drone φαίνεται να συμμετείχαν στις εχθροπραξίες της προηγούμενης περιόδου). Επιπλέον, ο δεύτερος γιος, Μπελκασέμ Χαφτάρ, ως επικεφαλής του «Ταμείου Ανάπτυξης και Ανασυγκρότησης της Ανατολικής Λιβύης», φαίνεται να είναι θετικός σε συμπράξεις με τουρκικές κατασκευαστικές εταιρείες για έργα υποδομής στη Βεγγάζη και την ευρύτερη περιοχή.

Λαμβάνοντας υπόψη όλες αυτές τις θετικές προοπτικές για τα τουρκικά συμφέροντα, δεν είναι παράξενο που ο Τούρκος πρόεδρος αναφέρθηκε χθες με θέρμη «στη συμφωνία που εγκρίθηκε παμψηφεί από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης», γεγονός που δεν αντανακλά ακριβώς την ομοψυχία, αλλά το γεγονός ότι όσοι ήταν παρόντες ψήφισαν θετικά. Επίσης, τόνισε την προοπτική και τη σημασία της «μίας Λιβύης»: «Αξιέπαινο είναι και το ότι στη συμφωνία αυτή αποτυπώθηκε η αρχή “μία Λιβύη, ένα κράτος”, την οποία η Τουρκία υποστηρίζει από την πρώτη στιγμή, γεγονός πραγματικά ανεκτίμητο», ενώ, κλείνοντας, υπογράμμισε πόσο σημαντικό είναι το ότι «οι Λίβυοι αδελφοί μας, παρά τις πολιτικές τους διαφορές, ενεργούν από κοινού όταν διακυβεύονται τα εθνικά τους συμφέροντα».

Η τουρκική κυβέρνηση λοιπόν προσβλέπει στην επιρροή, τα ερείσματα και την πιθανή ωφέλεια που θα έχει σε μια «νέα», εύθραυστη σε ισορροπίες και ευάλωτη σε επεμβάσεις, ενοποιημένη Λιβύη, που θα είναι και «αδελφή» χώρα, λόγω Ισλάμ και λιγότερο λόγω οθωμανικού παρελθόντος. Επιπλέον, η επικύρωση του μνημονίου από το κοινοβούλιο σαφώς αναβαθμίζει τη διαπραγματευτική του ισχύ και το καθιστά σύμβολο της προοπτικής για τη «νέα», ενοποιημένη Λιβύη, την οποία και χαιρετίζει ο Ταγίπ Ερντογάν, εξαίροντας ταυτόχρονα τον δικό του ρόλο ως ρυθμιστή και… κατευναστή των αντιπαλοτήτων στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Έχει σημασία ότι στην πιο πρόσφατη δήλωσή του μετά το μνημόνιο(και τις αντιδράσεις από Ελλάδα ΕΕ και Στέιτ Ντιπάρτμεντ), ενώ παρουσίασε τη χώρα του σαν δύναμη ειρήνης στην περιοχή, δεν παρέλειψε, κατά το γνώριμο μοτίβο του, να απειλήσει παράλληλα όποιους «επιχειρούν να αποκλείσουν την Τουρκία από την Ανατολική Μεσόγειο».

…και η εσωτερική κατάσταση στην Τουρκία

Έχει σημασία ότι,ενώ ο Τούρκος πρόεδρος παρουσιάζει τον ίδιο και την κυβέρνησή του ως ειρηνοποιούς, υποστηρίζοντας ότι «καταβάλλουμε προσπάθειες να αμβλύνουμε τις συγκρούσεις και να ενισχύσουμε τις συμμαχίες σε ολόκληρη την περιοχή μας…, δεν επιθυμούμε να βλέπουμε διχασμό και διχόνοια ούτε στη Λιβύη ούτε σε οποιαδήποτε άλλη ισλαμική χώρα», πρέπει να δει κανείς αντιδιασταλτικά και ποια είναι η κατάσταση στο εσωτερικό της Τουρκίας, η οποία, πέραν των άλλων ζητημάτων που αντιμετωπίζει, φαίνεται να μπαίνει σε μια ιδιότυπη και μακρά προεκλογική περίοδο. Η πολιτική πόλωση φαίνεται να εντείνεται μεταξύ του θηριώδους μηχανισμού που ελέγχει η κυβέρνηση (ο οποίος περιλαμβάνει σε μεγάλο ποσοστό και τη δικαιοσύνη),από τη μια πλευρά, και την κοινωνία των πολιτών και την αντιπολίτευση, από την άλλη, η οποία προσπαθεί να διαχειριστεί, απ’ ό,τι φαίνεται, τη δική της… realpolitik και την ανάγκη να υπάρξει μέσα σε ένα ασφυκτικό πλαίσιο ελέγχου.

Μετά τη φυλάκιση Ιμάμογλου (για τον οποίο η Εισαγγελία της Κωνσταντινούπολης έχει ζητήσει εξαιρετικά βαριές ποινές φυλάκισης, που φτάνουν από 828 χρόνια έως και 2.430 χρόνια!) και τη διάσπαση της αξιωματικής αντιπολίτευσης (CHP) με την ίδρυση του Yeni Parti (Νέο Κόμμα) από τον Οζγκιούρ Οζέλ και ενενήντα ακόμη βουλευτές του CHP, η κατάσταση παραμένει ρευστή, καθώς η πίεση από τον κυβερνητικό μηχανισμό φαίνεται μάλλον να κλιμακώνεται. Η κοινωνική δυσαρέσκεια λόγω της οικονομικής δυσπραγίας δυσκολεύεται να καταγραφεί πολιτικά, αλλά είναι παρούσα. Η ακρίβεια στα τρόφιμα και τα ενοίκια, σε συνδυασμό με τα υψηλά επιτόκια της Κεντρικής Τράπεζας (περίπου 37%), πνίγουν την καθημερινότητα των νοικοκυριών. Έπειτα, υπάρχουν τα σκάνδαλα διαφθοράς και το έλλειμμα δημοκρατίας. Διεθνείς οργανισμοί χαρακτηρίζουν την Τουρκία ως «μη ελεύθερη» χώρα, επισημαίνοντας τον αυξανόμενο αυταρχισμό, τη λογοκρισία στο διαδίκτυο, τις μαζικές καθαιρέσεις δημάρχων και την έλλειψη ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης.

Οι αυτοδιοικητικές εκλογές του 2024, στις οποίες το αντιπολιτευόμενο κεμαλικό Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα (CHP) είχε επικρατήσει έναντι του κυβερνώντος ερντογανικού Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP), παίρνοντας όλους τους μεγάλους δήμους, από την Κωνσταντινούπολη και τα Άδανα έως την Άγκυρα, την Προύσα, την Αττάλεια και τη Σμύρνη, έδειξαν αυτή τη μεταστροφή του κόσμου, χωρίς ωστόσο να μπορούν να τη μετουσιώσουν σε κάτι ευρύτερο άμεσα. Και καθώς, κατά την προσφιλή του πάλι συνήθεια, ο Τούρκος πρόεδρος αρέσκεται να επεμβαίνει «από τα πάνω» και ποτέ στη βάση των κινημάτων, προκειμένου να πάψει η Σμύρνη αποτελεί το προπύργιο της αντιπολίτευσης στις αυτοδιοικητικές εκλογές προτίμησε να «πείσει» τον εκλεγμένο δήμαρχο Σμύρνης Τζεμίλ Τουγκάι να μεταγραφεί στο κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης. ΟΟζγκιούρ Οζέλ αρκέστηκε να σχολιάσει για τον πρώην πολιτικό του σύμμαχο ότι «όσοι ενδίδουν στην πίεση και αποχωρούν είναι προδότες». Βέβαια, η περίπτωση Τουγκάι δεν είναι μεμονωμένη. Δεκαοκτώ δήμαρχοι της αντιπολίτευσης, του Τουγκάι συμπεριλαμβανομένου, έχουν προς ώρας προσχωρήσει στο AKP, σύμφωνα με τον ιστότοπο Medyascope, ενώ 35 δήμαρχοι της αντιπολίτευσης, του Ιμάμογλου συμπεριλαμβανομένου, παραμένουν στη φυλακή, σύμφωνα με τον ιστότοποDiken.

Η διολίσθηση του κυβερνητικού σχήματος και της εξουσίας του ΑΚΡ σε μια «ενός ανδρός αρχή», ενισχυμένη από την τελευταία αλλαγή στο τουρκικό Σύνταγμα και τις αυξημένες προεδρικές εξουσίες, φαίνεται πως έχει κάνει τη διατήρηση της εξουσίας μονόδρομο. Έτσι, αν και με βάση το τουρκικό Σύνταγμα ο ΤαγιπΕρντογάν δεν δικαιούται να θέσει εκ νέου υποψηφιότητα για πρόεδρος, εφόσον εξαντλήσει και τη δεύτερη πενταετή προεδρική του θητεία, αλλά μπορεί να θέσει υποψηφιότητα εφόσον οι προεδρικές εκλογές προκηρυχθούν πρόωρα, η σχετική συζήτηση έχει ήδη ξεκινήσει από τον ίδιο, παρά το γεγονός ότι οι εκλογές πρόκειται κανονικά να διεξαχθούν τον Μάιο του 2028. Ήδη από τον Σεπτέμβριο του 2026, με δήλωσή του στη Ριζούντα ο Τούρκος πρόεδρος είχε πει, ανοίγοντας ουσιαστικά τα διάφορα σενάρια και δείχνοντας τις προθέσεις του, ότι «πλησιάζουν εκλογές και εύχομαι να έχουμε επιτυχία». Για να μπορέσει όμως το κοινοβούλιο να προκηρύξει πρόωρες εκλογές, χρειάζεται 360 βουλευτικές ψήφους σε σύνολο 600. Το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) και το Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης (MHP) του Μπαχτσελί, που το στηρίζει, διατηρούν μαζί 326 έδρες, γεγονός που σημαίνει ότι, για να ευοδωθούν τα σχέδια του προέδρου, είναι απαραίτητες ακόμη 34 έδρες-ψήφοι.

Θα μπορούσε λοιπόν να εικάσει κανείς ότι, στο επόμενο διάστημα και καθώς η Τουρκία θα μπαίνει σε μια δύσκολη και πολωμένη προεκλογική περίοδο, η ανάγκη για συμμάχους εντός και εκτός των συνόρων της χώρας θα είναι αυξημένη για τον κυβερνητικό σχηματισμό, η απαίτηση για «επιτυχίες» επίσης. Είναι βέβαιο ότι θα υπάρξουν υψηλοί τόνοι και κινητικότητα, τόσο στην εξωτερική όσο και στην εσωτερική πολιτική της Τουρκίας, και η βεβαιότητα ότι η απλή επίκληση του Διεθνούς Δικαίου, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό της χώρας,δεν θα είναι επαρκής για κανέναν.