Κυριακή 31 Δεκεμβρίου 2023

Ρευματοκλοπή: Νομική προσέγγιση και πρόσφατη δικαστική κρίση

Πως αντιμετωπίζεται η ρευματκολοπή από την δικαιοσύνη| Σουζάνα Κλημεντίδη, Δικηγόρος

Ρευματοκλοπή: Νομική προσέγγιση και πρόσφατη δικαστική κρίση.

Κάποιες φορές αποδεικνύεται πως πράγματι έχει συντελεστεί ρευματοκλοπή - Αλλες φορές οι φερόμενες πράξεις ουδόλως πραγματοποιούνται.

Η ρευματοκλοπή απασχολεί ενίοτε τα ελληνικά δικαστήρια και οι αποφάσεις που κατά καιρούς εκδίδονται παρουσιάζουν αναμφίβολα μεγάλο ενδιαφέρον. Το ενδιαφέρον εντοπίζεται στο γεγονός ότι κάποιες φορές αποδεικνύεται πως πράγματι έχουν συντελεστεί ενέργειες που καταφάσκουν τη ρευματοκλοπή ενώ άλλες φορές οι φερόμενες πράξεις ουδόλως πραγματοποιούνται. Με ποιον όμως τρόπο τα δικαστήρια προσεγγίζουν τέτοιες περιπτώσεις προτού αχθούν στην υπαγωγική τους κρίση;

Αρχικά, από τις διατάξεις του άρθρου 914 επ. του ΑΚ περί αδικοπραξιών, προκύπτει ότι, για να υπάρξει αδικοπραξία και υποχρέωση του ζημιώσαντος να αποζημιώσει τον παθόντα και, περαιτέρω, να ικανοποιηθεί η ηθική βλάβη του τελευταίου, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, προϋποτίθεται ότι η ζημία (θετική ή αποθετική) προκλήθηκε παρά τον νόμο ή από συμπεριφορά αντίθετη προς τα χρηστά ήθη από πράξη η παράλειψη, η οποία οφείλεται σε πταίσμα του δράστη, ήτοι σε δόλο ή υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης και της ζημίας που επήλθε.

Μόνη η αθέτηση προϋφιστάμενης ένοχης είναι μεν πράξη παράνομη δεν συνιστά, όμως, και αδικοπραξία, κατά την έννοια των άρθρων 914 επ. του ΑΚ. Είναι δυνατόν, ωστόσο, μία ζημιογόνος ενέργεια, πράξη ή παράλειψη με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει, συγχρόνως, και ευθύνη από αδικοπραξία. Αυτό συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή, καθ’ εαυτή, και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη.

Για τη θεμελίωση, όμως, και της πρωτογενούς αδικοπρακτικής ευθύνης, ο ενάγων θα πρέπει στο δικόγραφο της αγωγής του να περιλαμβάνει όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία που αποτελούν τις προϋποθέσεις της αποζημίωσης του. Κατά, δε, τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, αποκαθίσταται η μη περιουσιακή ζημία, ήτοι η μη αποτιμητή σε χρήμα ζημία που υφίσταται το πρόσωπο από την προσβολή των μη περιουσιακών αγαθών του (ζωής, υγείας, ελευθερίας, τιμής κ.λπ.), και συγκεκριμένα των αγαθών που απορρέουν από τη σωματική, τη ψυχική ή την κοινωνική ατομικότητα του προσώπου. Δικαιούχοι χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, μπορεί να είναι και νομικά πρόσωπα, διότι και αυτά είναι φορείς εννόμων αγαθών, εφόσον, βέβαια, επικαλεστούν και αποδείξουν μια συγκεκριμένη βλάβη, που έχει υλική υπόσταση.

Έτσι, αποκατάσταση της ηθικής βλάβης μπορούν να ζητήσουν και οι εταιρείες με νομική προσωπικότητα, αν με την αδικοπραξία προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη και, γενικά, το εμπορικό τους μέλλον. Ωστόσο, στις περιπτώσεις αυτές, με τα αντίστοιχα θεμελιωτικά αυτών συγκεκριμένα περιστατικά, ώστε να είναι ορισμένη η σχετική αγωγή, πρέπει να επικαλείται ειδικά (και στην συνέχεια να αποδεικνύει) το ενάγον νομικό πρόσωπο, διότι η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα δεν αναφέρεται, όπως στα φυσικά πρόσωπα, σε ενδιάθετο συναίσθημα, αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής, αλλά σε συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση, διαφορετικά η αγωγή είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αόριστη.

Ειδικότερα, δε, προκειμένου να κριθεί εάν και κατά πόσο επήλθε, συνεπεία της αδικοπραξίας, προσβολή της εμπορικής πίστης και επαγγελματικής υπόληψης του νομικού προσώπου, πρέπει στο δικόγραφο της αγωγής να αναφέρεται και η επιχειρηματική και περιουσιακή κατάσταση του θιγομένου χωρίς την παρεμβολή της επιλήψιμης συμπεριφοράς και μετά την εκδήλωση αυτής, ώστε να προκύπτει η διαφορά και να δικαιολογείται η αιτούμενη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Τέλος, σημειώνεται ότι, το παραπάνω σκεπτικό αξιοποιήθηκε σε μια αρκετά πρόσφατη απόφαση του Ειρηνοδικείου Πατρών (183/2022), όπου απορρίφθηκε η αγωγή της ΔΕΔΔΗΕ για ρευματοκλοπή, δεδομένου ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση προξενήθηκε τεχνική βλάβη εξ αμελείας της εναγομένης επί της μετρητικής διάταξης – γεγονός που ουδόλως στοιχειοθετεί πράξη ρευματοκλοπής.

www.ot.gr