Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2026

Η Ευρώπη στο τέλμα του Ουκρανικού Πολέμου |ΤΟ ΒΗΜΑ

* Γιάννης Γούναρης, Δικηγόρος, LLM London School of Economics, διδάκτωρ Νομικής Πανεπιστημίου Αθηνών– H ανάλυση περιλαμβάνεται στο 36ο Δελτίο Διεθνών & Ευρωπαϊκών Εξελίξεων του Ινστιτούτου ΕΝΑ

Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με τη χειρότερη δυνατή έκβαση στον Ουκρανικό πόλεμο, για την οποία, όμως, οι ηγεσίες της είχαν προειδοποιηθεί έγκαιρα, όφειλαν να την είχαν λάβει υπόψη ως ενδεχόμενο και να προετοιμαστούν κατάλληλα για  νατην αποφύγουν, κάτι στο οποίο ό,τι και να συμβεί στη συνέχεια, είναι σαφές από τα πραγματικά δεδομένα ότι απέτυχαν. Η έκβαση αυτή είναι να υπάρξει ένα αρνητικό για την Ουκρανία αποτέλεσμα, έστω και χωρίς ολοκληρωτική ρωσική νίκη (που επίσης δεν προκύπτει ως ισχυρή πιθανότητα), το οποίο θα χρεωθεί ως ήττα η ίδια, με τις ΗΠΑ του Τραμπ να επιχειρούν μια στρατηγική απαγκίστρωση. Και μάλιστα, να μην έχει πραγματικό λόγο ούτε στην τελική διευθέτηση της σύρραξης -εάν, όταν και όπως προκύψει αυτή- ούτε, πράγμα ακόμα χειρότερο, στο μεταπολεμικό τοπίο ασφάλειας στην ήπειρο.

Οι Αμερικανοί αποσύρονται από το πεδίο της μάχης

Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει σοβαρό πρόβλημα στο εσωτερικό των ΗΠΑ ενόψει των αμερικανικών ενδιάμεσων εκλογών (midterms) ακόμα κι αν δεν επαληθευτεί το χειρότερο για τους Ρεπουμπλικανούςσενάριο της απώλειας και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου. Η λαϊκή στήριξη του κινήματος MAGA έχει υποχωρήσει αισθητά, κυρίως λόγω της αμερικανικής επίθεσης εναντίον του Ιράν που, εκτός του ότι εκτόξευσε τις τιμές της ενέργειας, παραβίασε μια από τις βασικές προεκλογικές υποσχέσεις του Τραμπ, που ήταν βάλει τέλος στους ατέλειωτους πολέμους των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή. Υπ’ αυτό το πρίσμα εξηγείται μια σειρά ενεργειών της αμερικανικής κυβέρνησης που συντείνουν στη -σταδιακή και μερική, έστω- απαγκίστρωση των ΗΠΑ από τοΟυκρανικό Μέτωπο.

Ενδεικτικά, επισημαίνει κανείς: τη (νέα) δημόσια σκληρή αντιπαράθεση Τραμπ – Ζελένσκι, τον οποίο ο Αμερικανός Πρόεδρος κατηγορεί ως βασικό εμπόδιο στην επίτευξη ειρήνης και ως βασική αιτία της αύξησης των τιμών ενέργειας (ό,τι και να πει κανείς για τον Ζελένσκι ως πρόσωπο, δεν είναι ούτε η μόνη ούτε η μεγαλύτερη αιτία για κανένα από τα δύο)·τη συμφωνία Τραμπ – Πούτιν για την αποδέσμευση ρωσικού ντίζελ στην αμερικανική αγορά με ενδείξεις για πιθανή επέκτασή της και σε άλλες με άλλες εμπορικές συμφωνείς γιαφυσικό αέριο ή ακόμα και εκ νέου ενεργοποίηση του Nordstreamκαι τη συναφή αναστολή των αμερικανικών κυρώσεων κατά της Ρωσίας σύμφωνα με τοGrahamAct· περιορισμούς (προσωρινούς;) στην πρόσβαση των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων στα δορυφορικά δεδομένα του αμερικανικούStarlink/Starshield, ίσως του σημαντικότερου στοιχείο που έχει κρατήσει ζωντανή την ουκρανική αντίσταση (και τις σχετικές αναρτήσεις του ΉλονΜασκ που κατηγόρησε την ίδια την Ουκρανία για αυτό)· διακοπή (ή σοβαρή διατάραξη) της παροχής πληροφοριών από τις ΗΠΑ στην Ουκρανία, ιδίως για επερχόμενες ρωσικές πυραυλικές επιθέσεις (κάτι που ισχυρίστηκαν οι Ουκρανοί και διέψευσε ο Μάρκο Ρούμπιο)· και την επίσκεψη του Αμερικανού απεσταλμένου ΣτηβΓουίτκοφ στην Αγία Πετρούπολη (αφού συνάντησε τον Ζελένσκι και τους Ευρωπαίους στο Όσλο), όπου εκτός του ότι μίλησε με μεγάλη εγκαρδιότητα για τον «ανθρωπιστή» Βλαντιμίρ Πούτιν εκ μέρους του Τραμπ, επιβεβαίωσε ότι σχεδιάζεται επανέναρξη των τριμερών διαπραγματεύσεων ΗΠΑ-Ρωσίας-Ουκρανίας και άφησε να εννοηθεί ότι ίσως υπάρξει τριμερής συνάντηση Τραμπ-Πούτιν-ΣιΤζινπίνγκ, κάτι που θα επιβεβαίωνε ότι οι ΗΠΑ βλέπουν ως (σχεδόν) ισότιμες δυνάμεις μόνο τη Ρωσία και την Κίνα (και σίγουρα όχι την Ευρώπη).

Όλα αυτά έχουν ήδη σοβαρές συνέπειες για την Ουκρανία στα πεδία των μαχών, αλλά και σε αυτό των διαπραγματεύσεων. Οι ουκρανικές επιθέσεις δρόνωνστη ρωσική ενδοχώρα έχουν περιοριστεί (ιδίως κατά των ρωσικών διυλιστηρίων που κυρίως ενδιαφέρουν τον Τραμπ) και η ουκρανική αεράμυνα αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα και ελλείψεις πυραύλων Patriotστην αναχαίτιση των ρωσικών πληγμάτων. Και αποτελεί μια τραγική ειρωνεία της Ιστορίας (όχι, όμως, ασυνήθιστη για τους μελετητές της) ότι είναι οι ΗΠΑ αυτές που δείχνουν έντονη διάθεση απεμπλοκής από μια πολεμική αναμέτρηση, για την οποία οι ίδιες φέρουν διαχρονικά τεράστιες ευθύνες λόγω των στρατηγικών επιλογών τους εδώ και πάνω από είκοσιέτη, αφήνοντας τους Ευρωπαίους με ένα τεράστιο πρόβλημα στα χέρια.

Η μετατροπή του Ευρωπαϊκού Σχεδίου σε Σχέδιο – Ουκρανία

Την ίδια ώρα, οι ηγεσίες της Ευρώπης  βιώνουν και πάλι έναν συνδυασμό αρνητικών εξελίξεων που τείνουν πλέον να παγιωθούν σε μια μόνιμη κατάσταση υποβόσκουσας κρίσης. Για ακόμα μια φορά, οι διακυβερνητικές διαπραγματεύσεις για τον επόμενο πολυετή προϋπολογισμό της ΕΕ βρίσκονται σε (προσωρινό, όπως πάντα) αδιέξοδο μεταξύ των Φειδωλών του Βορρά και των Φίλων της Συνοχής του Νότου. Η αναιμική οικονομική ανάπτυξη της Ευρωζώνης περιορίζει ακόμα περισσότερο τους διαθέσιμους πόρους και κάνει ακόμα δυσκολότερη την προτεραιοποίηση της διάθεσής τους.

Στη Γερμανία, ένας εκτός πραγματικότητας Μερτς δηλώνει ότι δεν τον προβληματίζει ούτε ηπροϊούσααποβιομηχανοποίηση της πάλαι ποτέ βιομηχανικής καρδιάς της ηπείρου, ούτε οι κοινωνικές αντιδράσεις, αλλά «η ρωσική επιρροή στην πολιτική ζωή της χώρας». Την ίδια ώρα, η επελαύνουσαAfD παρουσιάζει εντός του Ευρωκοινοβουλίου το διό της σχέδιο για την αναμόρφωση της ΕΕ, ένα σχέδιο το οποίο -και αυτό είναι που θα έπρεπε να προβληματίζει περισσότερο- εμφανίζεται πολύ πιο ριζοσπαστικό από οτιδήποτε έχει προέλθει από τα διάφορα ευρωπαϊκά thinktanks τα τελευταία χρόνια. Στη Γαλλία, εν μέσω μιας λαϊκής εξέγερσης στο επίκεντρο της οποίας βρίσκεται μια νεολαία που αντιλαμβάνεται πολύ καλά ότι της έχουν κλέψει το μέλλον, ένας απαθής Μακρόν παρακολουθεί ανήμπορος τις εξελίξεις μόνο κατηγορώντας την αριστερά και περιμένοντας να παραδώσει τον προεδρικό θώκο, μαζί μεμιας πρώτου μεγέθους οικονομική κρίση που θεωρείται δεδομένη στον/στην διάδοχό του, που, όπως τουλάχιστον φαίνεται μέχρι στιγμής,θα είναι η ΜαρίνΛεπέν.

Σε αυτό που φαινομενικά συμφωνούν όλοι οι Ευρωπαίοι ηγέτες είναι ότι η «υποστήριξη στην Ουκρανία» πρέπει οπωσδήποτε να συνεχιστεί. Δεν συμφωνούν το ίδιο, όμως, στο τι ακριβώς σημαίνει αυτό. Αν εννοείται η παροχή στρατιωτικής βοήθειας, τα ευρωπαϊκά αποθέματα είναι ήδη επικίνδυνα κοντά στην εξάντληση και οι Αμερικανοί δεν δείχνουν την ίδια προθυμία να τα αναπληρώσουν, ακόμα και με το ανάλογο τίμημα. Αν εννοείται η παροχή χρηματική βοήθειας, εκεί τα πράγματα είναι πιο καθαρά, αλλά όχι λιγότερο δύσκολα. Ο Ουκρανός πρόεδρος κατέφτασε στις Βρυξέλλες με ένα αίτημα για επιπλέον 70 δισεκατομμύρια ευρώ, το οποίοι οι Ευρωπαίοι απλά δεν ξέρουν πώς να καλύψουν (αν και είναι μάλλον βέβαιο ότι θα τα καταφέρουν, αν όχι μέχρι το τέλος του έτους όπως είναι ο διακηρυγμένος στόχος, το αργότερο έως τις αρχές του 2027). Το πρόβλημα είναι ότι η χρηματοδοτική μαύρη τρύπα της Ουκρανίας δεν θα κλείσει ούτε με αυτό το ποσό. Αντιθέτως, είναι ορθάνοιχτο το ενδεχόμενο να είναι αναγκασμένη η ΕΕ να βρίσκει δεκάδες δισεκατομμύρια κάθε χρόνο επ’ αόριστον, μόνο και μόνο για να διατηρεί την Ουκρανία στη ζωή, ακόμα και μετά τη λήξη του πολέμου.

Όσον αφορά το τελευταίο, είναι ενδεικτικό της κατάστασης ότι η μεγάλη έγνοια των Ευρωπαίων είναι «να έχουν μια θέση στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων» και να μην αφήσουν την όλη υπόθεση να εξελιχθεί σε μια διμερή συνεννόηση Τραμπ – Πούτιν που θα τους παρακάμπτει. Γι’ αυτό, έχουν εγκαταλείψει την προηγούμενη κάθετη άρνησή τους να εμπλακούν σε οποιαδήποτεουσιώδη επικοινωνία με το Κρεμλίνο και αναζητούν εκείνη την πολιτική μορφή που θα είναι σε θέση να τους εκπροσωπήσει ως συλλογικότητα ενώπιον του Ρώσου προέδρου. Και φυσικά, δεν υπάρχει συμφωνία πάνω στο ποια θα είναι αυτή η προσωπικότητα, ούτε ποια, ακριβώς, θα είναι η εποικοδομητική της συνεισφορά στις ειρηνευτικές συνομιλίες, εάν και όταν αυτές διεξαχθούν.Και μόνο η επισήμανση του γεγονότος ότι αναζητείται Ευρωπαίος διαπραγματευτής σε μια Ένωση που ήδη διαθέτει τουλάχιστον τρεις θεσμικούς «εκπροσώπους» (τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, την πρόεδρο της Επιτροπής και μια τρίτη περίπτωση που κυριολεκτικά φέρει τον τίτλο της «Ύπατης Εκπροσώπου») αρκεί χωρίς περαιτέρω σχόλιο.

Το χειρότερο όμως είναι ότι οι Ευρωπαίοι -και η κυβέρνηση του Κιέβου- δεν φαίνεται να έχουν καν κάποια σαφή στρατηγική για τη λήξη του πολέμου και δείχνουν να προτιμούν να συνεχιστεί αυτός, τουλάχιστον μέχρι την αποχώρηση ενός ήδη αποδυναμωμένου μετά τις ενδιάμεσες εκλογές Ντόναλντ Τραμπ από το Οβάλ Γραφείο τον Ιανουάριο του 2029, με την ελπίδα να αντικατασταθεί από κάποιον που θα είναι περισσότερο πρόθυμος να επαναφέρει την αμερικανική θέση επί του Ουκρανικού Ζητήματος εκεί που ήταν. Εάν αυτή είναι όντως η ευρωπαϊκή επιλογή, πρόκειται όχι μόνο περί κυνισμού, αλλά και περί αυταπάτης, αφού τίποτε δεν εγγυάται ότι ακόμα κι αν οι Δημοκρατικοί επιστρέψουν στον Λευκό Οίκο μετά από δύο ακόμα χρόνια πολέμου θα έχουν τη διάθεση να επενδύσουν σε ένα σχέδιο που αποδείχτηκε καταστροφικό, ιδίως υπό τις συνθήκες που θα επικρατούν τότε, αν αυτός δεν έχει λήξει εν τω μεταξύ.