Γιὰ νὰ μποῦμε, ἀδελφοί μου,
στὴν χαρά τοῦ γάμου, δηλ. κατὰ τὴν παραβολὴ, στὴν χαρὰ τῆς Βασιλείας τῶν
οὐρανῶν, θὰ πρέπει νὰ ἔχουμε τὸ κατάλληλο ἔνδυμα. Καὶ θὰ καταλάβουμε ποιὸ εἶναι
τὸ ἔνδυμα τοῦ γάμου ἀπὸ τὴν λέξι κλειδί, «Ἑταῖρε». Τί σημαίνει αὐτὴ ἡ λέξις;
Ἔχει πάντως πολλὲς σημασίες. Σημαίνει φίλος, συνεργάτης, συνάδελφος κτλ. Στὴν
Και- νὴ Διαθήκη ἀναφέρεται μερικὲς φορές, καὶ αὐτὲς θὰ μᾶς δώσουν τὴν σωστὴ
σημασία.
Ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος τὴν
ἀναφέρει στὸ 11,16. Σὲ ὅλο τὸ κεφά-λαιο ὑπάρχουν στοιχεῖα σχετικὰ καὶ μὲ τὴν
παραβολή μας. Πάντως ὁ στίχος 16 εἶναι διαφωτιστικός· «Τίνι δὲ ὁμοιώσω τὴν
γενεὰν ταύτην; ὁμοία ἐστὶ παιδίοις καθημένοις ἐν ἀγοραῖς, ἅ προσφωνοῦντα τοῖς
ἑταί-ροις αὐτῶν λέγουσιν:», δηλαδὴ οἱ ἑταῖροι ἐδῶ εἶναι συνάδελφοι σὲ κάτι
κοινό. Στὸ Μθ. 20,13 φαίνεται ἐργοδότης νὰ ἀπευθύνεται σὲ ἐργάτη του ποὺ νόμισε
ὅτι ἀδικήθηκε στὴν πληρωμή. Τοῦ λέγει· «Ἑταῖρε, οὐκ ἀδικῶ σε· οὐχὶ δηναρίου
συνεφώνησάς μοι;». Εἶναι ἡ περίπτωσις ποὺ νόμισε ὁ ἐργάτης ὅτι ἀδικήθηκε ἐπειδὴ
πλήρωσε ἐξ ἴσου αὐτοὺς ποὺ ἐργάσθηκαν ὅλη τὴν ἡμέρα, μὲ ἐκείνους ποὺ προσῆλθαν
στὴν ἐργασία τὴν ἐσχάτη ὥρα. Λέμε συχνὰ ὅτι ἡ ἁγια Γραφὴ ἑρμηνεύεται μὲ τὴν
ἁγἰα Γραφή. Στὸ Μθ 26,49-50 θὰ βροῦμε τὸ πιὸ χαρακτηριστικὸ παράδειγμα. Εἶναι ἡ
ὥρα τῆς προδοσίας ἀπὸ τὸν Ἰούδα· «Καὶ εὐθέως προσελθὼν τῷ Ἰησοῦ εἶπε· χαῖρε,
ῥαββί, καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· ἑταῖρε, ἐφ’ ᾧ πάρει. τότε
προσελθόντες ἐπέβαλον τὰς χεῖρας ἐπὶ τὸν Ἰησοῦν καὶ ἐκράτησαν αὐτόν». Ἡ
προδοσία ἔγινε ἀπὸ «ἑταῖρον» τοῦ Ἰησοῦ. Ὁ Ἰούδας ἦταν μαθητής, ἦταν ἀπόστολος
τοῦ Χριστοῦ γιὰ τρία χρόνια. Γι’ αὐτὸ τὸν ἀποκαλεῖ «ἑταῖρο», δηλ. δικό του
μαθητή, ἀπόστολο καὶ συνεργάτη. Καὶ αὐτὸς ὁ ἑταῖρος πρόδωσε τὸν διδάσκαλό του
καὶ βρέθηκε «εἰς τὸν τόπον τὸν ἴδιον», δηλαδὴ στὴν καταδίκη τῆς κολάσεως.
Γράφει ὁ Λουκᾶς στὶς Πράξεις Ἀποστόλων γιὰ τὴν ἐκλογὴ ἀποστόλου στὴν θέσι τοῦ
Ἰούδα· «Καὶ ἔστησαν δύο, Ἰωσὴφ τὸν καλούμενον Βαρσαβᾶν, ὃς ἐπεκλήθη Ἰοῦστος,
καὶ Ματθίαν. καὶ προσευξάμενοι εἶπον· Σὺ Κύριε, καρδιογνῶστα πάντων, ἀνάδειξον
ὃν ἐξελέξω ἐκ τούτων τῶν δύο ἕνα, λαβεῖν τὸν κλῆρον τῆς διακονίας ταύτης καὶ
ἀποστολῆς, ἐξ ἧς παρέβη Ἰούδας πορευθῆναι εἰς τὸν τόπον τὸν ἴδιον». Τρία χρόνια
μαθητὴς καὶ ἀπόστολος τοῦ Κυρίου κατέληξε στὴν κόλασι ὁ ἑταῖρος του, ὅπως καὶ ὁ
ἑταῖρος τῆς παραβολῆς. Καταλαβαίνετε ὅτι ἑταῖροι τοῦ Χριστοῦ εἴμαστε ὅλοι οἱ
βαπτισμένοι Χριστιανοί. Στὸ γάμο εἴμαστε καλεσμένοι ὅλοι «πονηροὶ καὶ ἀγαθοί».
Μᾶς δέχθηκε ὁ Κύριος, διότι μὲ τὴν βάπτισί μας γίναμε ἑταῖροι τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖ
ἀρνηθήκαμε καὶ ἀποταχθήκαμε τὸν Σατανᾶ καὶ ἀποδεχθήκαμε καὶ ὑποταχθήκαμε στὸν
Χριστό. Ἁμαρτάνομε, ἀλλὰ δὲν τὸν ἀρνούμαστε, καὶ μὲ τὴν μετάνοια μᾶς χαρίζει
ἄφεσι τῶν ἁμαρτιῶν. Ἂν ὅμως τὸν ἀρνηθοῦμε, τότε χάνομε τό «ἔνδυμα τοῦ γάμου»,
ποὺ περιβληθήκαμε, ὅταν μᾶς ἔβγαλαν ἀπὸ τὴν κολυμβήθρα καὶ ἐνταχθήκαμε στὴν
Ἐκκλησία. Αὐτὸ τὸ ἔνδυμα πρέπει νὰ φυλάξουμε καθαρό. Τὸ καθαρίζομε μὲ τὸ
μυστήριο τῆς Μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως. Ὁ Παράδεισος εἶναι γεμάτος ἀπὸ
μετανοημένους ἁμαρτωλούς, εἶναι οἱ ἅγιοι καὶ οἱ σωσμένοι. Ἡ κόλασις εἶναι
γεμάτη ἀπό «ἑταίρους», πρώην Χριστιανούς καὶ φίλους τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ὅμως τὸν
πρόδωσαν καὶ πορεύθηκαν δρόμο δικό τους, δρόμο μακρυὰ καὶ χωρίς Χριστό. Αὐτοὶ
εἶναι οἱ ἀρνητὲς καὶ ἄπιστοι. Ἐμεῖς μετανοημένοι γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας καὶ
πιστοί στὸν Χριστό, πορευόμαστε τὸν δρόμο τῆς σωτηρίας.
