Ἄλλη μία παραβολὴ ἀκoύσαμε στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα, τὴν
παραβολὴ τῶν κακῶν γεωργῶν. Ἂς τὴν δοῦμε πιὸ ἁπλᾶ.
Ἕνας ἄνθρωπος ἦταν οἰκοδεσπότης, ποὺ φύτεψε ἀμπέλι, τὸ ἔφραξε,
κατεσκεύασε πατητήρι, καὶ ἔκτισε πύργο. Μετὰ τὸ ἔδωσε σὲ γεωργοὺς καὶ ὁ ἴδιος
ἔφυγε ταξίδι. Στὸ καιρὸ τῆς σοδειᾶς ἔστειλε τοὺς δούλους του νὰ πάρουν τὸν
καρπό. Ὅμως οἱ γεωργοὶ ἔπιασαν τοὺς δούλους καὶ ἄλλον ἔδειραν, ἄλλον σκότωσαν,
ἄλλον λιθοβόλησαν. Πάλιν ἔστειλε ἄλλους δούλους, περισσότερους ἀπὸ τοὺς
πρώτους, ἀλλὰ καὶ σὲ αὐτοὺς φέρθηκαν μὲ τὸν ἴδιο τρόπο. Τελευταῖα ἔστειλε τὸν
υἱό του, διότι εἶπε˙ Νά, θὰ ντραποῦν ἀπὸ τὸν υἱό μου. Οἱ γεωργοί, ὅταν εἶδαν
τὸν υἱό, εἶπαν˙ Αὐτὸς εἶναι ὁ κληρονόμος. Ἐμπρός, νὰ τὸν σκοτώσωμε καὶ νὰ
πάρωμε ἐμεῖς τὴν κληρονομιά. Ἔτσι τὸν ἔπιασαν, τὸν ἔβγαλαν ἔξω ἀπὸ τὸ ἀμπέλι,
καὶ τὸν σκότωσαν. Λοιπόν, ρωτάει˙ ὅταν θὰ ἔρθη ὁ κύριος τοῦ ἀμπελιοῦ, τί θὰ
κάνει τοὺς γεωργούς; Καὶ τοῦ ἀπάντησαν˙ Κακοὺς κακῶς ἀπολέσει αὐτούς, καὶ τὸ
ἀμπέλι θὰ τὸ δώσει σὲ ἄλλους γεωργούς, ποὺ θὰ δώσουν τοὺς καρποὺς στὴν ἐποχὴ
τῆς σοδειᾶς. Καὶ ὁ Κύριος τοὺς εἶπε˙ Καμμιὰ φορὰ δὲν διαβάσατε στὶς γραφὲς τό˙
Πέτρα τὴν ὁποία ἀπέρριψαν οἱ κτίστες ὡς ἀκατάλληλη, αὐτὴ ἔγινε θεμέλιο ὅλης τῆς
οἰκοδομῆς; Αὐτὸ ἔγινε ἀπὸ τὸν Κύριο, καὶ φαντάζει θαυμαστὸ στὰ μάτια σας.
Ὁ οἰκοδεσπότης τῆς παραβολῆς εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Τὸ ἀμπέλι του εἶναι ὁ
διαλεγμένος λαός του. Γιὰ τὸν λαὸ αὐτὸν ὁ Κύριος ἔδειξε μεγάλο ἐνδιαφέρον καὶ
τὸν προστάτευσε μὲ κάθε τρόπο. Ἔβαλε φράκτη, δηλαδὴ τὸν μωσαϊκὸ νόμο, ποὺ δὲν
ἐπέτρεπε νὰ ἐπιμιγνύεται ὁ λαὸς μὲ τοὺς εἰδωλολάτρες. Ληνός, τὸ πατητήρι, εἶναι
τὸ θυσιαστήριο ποὺ ὑπῆρχε στὸν ναό, πάνω στὸ ὁποῖο προσφερόταν τὸ αἷμα. Πύργος
εἶναι ὁ ναός. Οἱ γεωργοὶ ἁπλῶς τὸ παρέλαβαν χωρὶς νὰ κουρασθοῦν σὲ τίποτε.
Ἔπρεπε μόνον νὰ τὸ καλλιεργοῦν καὶ νὰ τὸ φυλάγουν.
Ἀπεδήμησε ὁ οἰκοδεσπότης σημαίνει ὅτι δείχνει μακροθυμία ὁ Κύριος. Δὲν
μᾶς ἐμποδίζει νὰ κάνουμε αὐτὸ, ποὺ ἐμεῖς θέλομε.
Στὸ καιρὸ τῆς σοδειᾶς ἔστειλε τοὺς δούλους του ὁ οἰκοδεσπότης. Αὐτοὶ
εἶναι οἱ προφῆτες, οἱ ὁποῖοι ἀποστέλλονται ἀπὸ τὸν Θεό, γιὰ νὰ διαπιστώσουν τὴν
τήρησι τῶν ἐντολῶν, αὐτοὶ εἶναι οἱ καρποί. Καὶ ἐπειδὴ οἱ προφῆτες ἔκαμναν
ἔλεγχο γιὰ τὴν μὴ τήρησι τοῦ νόμου, οἱ γεωργοὶ ἄλλους ἔδειραν, ἄλλους σκότωσαν,
ἄλλους βασάνισαν.
Μετὰ ἔστειλε περισσότερους δούλους. Περισσότερους καὶ κατὰ τὸν ἀριθμὸ
καὶ τελειότερους κατὰ τὴν ἀρετή. Ὅλοι ὅμως δοκιμάσθηκαν σκληρά.
Τέλος ἔστειλε τὸν υἱό του. Αὐτὸς εἶναι ὁ Χριστός. Τὸν ἀναγνώρισαν ὡς
κληρονόμο, ἀλλὰ δὲν τὸν ἀποδέχθηκαν. Τὸν ἔπιασαν, καὶ ἔξω ἀπὸ τὸ ἀμπέλι τὸν
σκότωσαν. Ὁ Κύριος «ἔξω τῶν τειχῶν ἔπαθε», θὰ σημειώση ὁ ἀπόστολος Παῦλος.
Στὴν παραβολὴ ἀποτυπώνεται κατὰ τὸν πιὸ σαφῆ τρόπο ἡ στάσις καὶ
συμπεριφορὰ τῶν Ἰουδαίων, σὲ ὅλη τὴν ἱστορικὴ διαδρομή τους. Κανένας προφήτης
δὲν γλύτωσε, οὔτε βεβαίως καὶ ὁ Υἱός, ἀπὸ τὴν ἀρνητικὴ πρὸς τὸν οἰκοδεσπότη
συμπεριφορά τῶν κακῶν γεωργῶν.
Ὅταν τελείωσε ὁ Κύριος τὴν παραβολή, τοὺς ρώτησε, τί θὰ κάνη ὁ
οἰκοδεσπότης τοὺς γεωργούς. Καὶ ἐκεῖνοι μόνοι τους ἔβγαλαν τὴν δίκαιη
καταδικαστικὴ ἀπόφασι.
Καὶ πραγματικὰ ὁ Κύριος πῆρε τὴν χάρι του ἀπὸ τὸν λαὸ αὐτό, καὶ τὴν
ἔδωσε σὲ ἄλλους γεωργούς, οἱ ὁποῖοι θὰ δώσουν καρπούς. Ἀπογύμνωσε τὴν Συναγωγὴ
ἀπὸ τὴν χάρι του καὶ τὴν ἔδωσε στὴν Ἐκκλησία.
Λαός του τώρα εἴμαστε ὅσοι ἀνήκομε στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ἐμεῖς οἱ
χριστιανοὶ εἴμαστε «ἡ ἄμπελος ἡ ἀληθινή». Ἔχομε φραγμὸ τὸ Εὐαγγέλιο. Ληνό,
ἔχομε τὴν Ἁγία Τράπεζα. Πύργος εἶναι ἡ Ἐκκλησία.
Μένει νὰ καλλιεργήσωμε τὴν ἐμπιστευμένη ἄμπελο καὶ νὰ παρουσιάσω-με
καρποὺς ἀξίους τῆς ἐμπιστοσύνης ποὺ μᾶς ἔδειξε ὁ Θεός. Διότι ὅπωσδήποτε θὰ μᾶς
ζητήση τοὺς καρπούς του. Καὶ δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶμε ὅτι ἀπὸ τοὺς κακοὺς γεωργοὺς
πῆρε τὸ ἀμπέλι ὁ οἰκοδεσπότης. Δὲν λυπήθηκε τὸν περιούσιο λαό του, τὸν ἐκλεκτὸ
Ἰσραήλ. Γιατὶ νὰ μᾶς λυπηθῆ ἐμᾶς; Θὰ μᾶς πῆ ἄλλοῦ ὁ Κύριος ὅτι, ὅποιο κλῆμα δὲν
φέρνει καρπό, κόβεται καὶ ρίχνεται στὴν φωτιά.
Θὰ ἐξακολουθοῦμε νὰ εἴμαστε τὸ ἀμπέλι τοῦ Θεοῦ, μόνον ἐὰν ἔχωμε νὰ
παρουσιάσωμε καρπούς. Οἱ πέντε μωρὲς παρθένες, μιᾶς ἄλλης παραβολῆς, ἔμειναν
ἔξω ἀπὸ τὸν νυμφῶνα, ἐπειδὴ δὲν εἶχαν καρπούς.
Ἄμποτε νὰ καταλάβωμε ὅτι ἔχομε καὶ ὑποχρεώσεις. Μᾶς χάρισε ὁ Κύριος τὸν
Ἀμπελῶνα, περιμένει ὅμως ἀπὸ ἐμᾶς νὰ τὸν φυλάξωμε καὶ νὰ τὸν καλλιεργήσωμε.
Μᾶς περιφρούρησε μὲ τὸ Εὐαγγέλιό του, γιὰ νὰ κρατήσωμε καθαρὸ τὸ ἀμπέλι
ἀπὸ κάθε πλάνη, ἀπὸ κάθε αἵρεσι. Δική μας ὑποχρέωσις εἶναι νὰ μὴν ἐπιτρέψωμε νὰ
μπῆ στὴν Ἐκκλησία κανένας αἱρετικός. Τὴν ἀλήθεια ποὺ μᾶς ἐμπιστεύθηκε ὁ Κύριος
τὴν θέλει ἀνόθευτη. Εἴμαστε φύλακες τῆς ἀλήθειας ποὺ μᾶς ἀποκάλυψε ὁ Χριστός.
Μένομε πιστοὶ ἐμεῖς στὴν ἀλήθεια αὐτή, καὶ δὲν ἐπιτρέπομε σὲ ἄλλους νὰ τὴν
νοθεύουν.
Περιφρουροῦμε, φυλάγουμε, ἀλλὰ καὶ καλλιεργοῦμε. Ἡ ἀλήθεια τῆς πίστεως ἀποδεικνύεται
ἀπὸ τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης, κατὰ τὸν ἅγιο Ἰάκωβο. Δεῖξόν μοι τὴν πίστιν σου ἐκ τῶν
ἔργων σου» καί˙ «ὥσπερ τὸ σῶμα χωρὶς πνεύματος νεκρόν ἐστιν, οὕτω καὶ ἡ πίστις
χωρὶς τῶν ἔργων νεκρά ἐστι». Ὡς χριστιανοὶ ἐργαζόμαστε ἀδιάκοπα στὴν ἐφαρμογὴ
τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ.
Δὲν λογαριάζομε τὶς δυσκολίες καὶ τὸν κόπο, διότι ἀποβλέπομε ἐκεῖ, στὴν
ὥρα κατὰ τὴν ὁποία ὁ οἰκοδεσπότης θὰ μᾶς ζητήσει τὸν λόγο, καὶ ἐμεῖς θὰ πρέπει
νὰ ἀπολογηθοῦμε.
Θὰ εἶναι κρῖμα νὰ μᾶς ἐμπιστεύεται ὁ Θεὸς τόσες καὶ τέτοιες δωρεές, μᾶς ἐμπιστεύεται
τὴν ἄμπελό του, καὶ ἐμεῖς νὰ μὴν ἀνταποκρινόμαστε ὅπως πρέπει. Καθόλου δὲν μᾶς
ἄφησε νὰ κουρασθοῦμε. Μᾶς τὰ ἔδωσε ὅλα ἕτοιμα. Ὅπως ἔβαλε τὸν Ἀδὰμ σὲ ἕτοιμο
πανέμορφο κῆπο, νὰ τὸν φυλάγη, ἔτσι καὶ ἐμεῖς θὰ φυλάγουμε καὶ θὰ καλλιεργοῦμε,
γιὰ νὰ παρουσιασθοῦμε στὸν οἰκοδεσπότη μὲ τὰ χέρια μας γεμᾶτα καρπούς.
