Η ακρίβεια στα τρόφιμα αποτελεί σήμερα μία από τις πιο πιεστικές μορφές
οικονομικής επιβάρυνσης για τα νοικοκυριά. Δεν πρόκειται απλώς για έναν ακόμη
δείκτη πληθωρισμού, αλλά για καθημερινή απώλεια αγοραστικής δύναμης, ιδίως για
τα χαμηλότερα και μεσαία εισοδήματα. Σε αυτό το περιβάλλον, η μείωση του ΦΠΑ
στα βασικά τρόφιμα δεν είναι απλώς ένα φορολογικό μέτρο. Είναι μια αναγκαία
παρέμβαση κοινωνικής ανακούφισης.
Η μείωση του ΦΠΑ μπορεί, υπό τις κατάλληλες προϋποθέσεις, να προσφέρει
άμεσο και κοινωνικά ορατό όφελος στους καταναλωτές.Η ανάγκη του μέτρου
προκύπτει από την ίδια τη φύση των τροφίμων. Τα τρόφιμα είναι βασικά και
ανελαστικά αγαθά. Κανένα νοικοκυριό δεν μπορεί να τα περιορίσει εύκολα χωρίς
κόστος στην καθημερινή του διαβίωση. Η επιβάρυνση, όμως, δεν είναι ίδια για
όλους. Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ το φτωχότερο 20% των νοικοκυριών διαθέτει
περίπου το 33,5% των συνολικών του δαπανών σε είδη διατροφής και μη αλκοολούχα
ποτά, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για το πλουσιότερο 20% είναι μόλις 12,7%.
Αυτό σημαίνει ότι ο πληθωρισμός στα τρόφιμα έχει έντονα άνισες
κοινωνικές επιπτώσεις. Η ίδια αύξηση τιμών πλήττει πολύ περισσότερο το
νοικοκυριό που ξοδεύει το ένα τρίτο του προϋπολογισμού του για τρόφιμα από ένα
νοικοκυριό με πολύ μεγαλύτερη εισοδηματική άνεση. Αντίστοιχα, μια μείωση στις
τελικές τιμές των βασικών τροφίμων έχει ισχυρότερη ανακουφιστική επίδραση για
εκείνους που πιέζονται περισσότερο.
Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η μείωση του ΦΠΑ στα τρόφιμα μπορεί να
έχει πραγματικό αποτέλεσμα. Μελέτες από χώρες όπως η Ισπανία, η Πολωνία, η
Γερμανία και η Νορβηγία καταγράφουν σημαντική, και σε ορισμένες περιπτώσεις
σχεδόν πλήρη, μετακύλιση της φορολογικής μείωσης στις τιμές λιανικής. Με απλά
λόγια, όταν το μέτρο σχεδιάζεται σωστά και συνοδεύεται από εποπτεία της αγοράς,
μπορεί να οδηγήσει σε χαμηλότερες τιμές για τον καταναλωτή.
Βεβαίως, η μείωση του ΦΠΑ δεν αποτελεί πανάκεια. Δεν αντιμετωπίζει από
μόνη της τις αιτίες της ακρίβειας, ούτε υποκαθιστά τις πολιτικές ενίσχυσης του
εισοδήματος ή τις παρεμβάσεις για την ενίσχυση του ανταγωνισμού. Μπορεί όμως να
λειτουργήσει άμεσα, στοχευμένα και προοδευτικά, μειώνοντας το κόστος βασικών
αγαθών σε μια περίοδο όπου τα νοικοκυριά χρειάζονται απτή στήριξη.
Η αποτελεσματικότητα του μέτρου εξαρτάται από τρεις κρίσιμες
προϋποθέσεις: σαφή χρονικό ορίζοντα, ενεργή παρακολούθηση των τιμών και ισχυρή
εποπτεία ώστε η μείωση του φόρου να περάσει πράγματι στον καταναλωτή και να μην
απορροφηθεί στα περιθώρια κέρδους. Εξίσου σημαντικός είναι και ο σχεδιασμός της
εξόδου από το μέτρο, ώστε η επαναφορά του ΦΠΑ να μη συνοδευτεί από ασύμμετρες
αυξήσεις τιμών.
Συνεπώς, το πραγματικό δίλημμα δεν είναι αν η μείωση του ΦΠΑ στα τρόφιμα
λύνει από μόνη της το πρόβλημα της ακρίβειας. Δεν το λύνει. Το ερώτημα είναι αν
μπορεί να αποτελέσει ένα χρήσιμο, άμεσο και κοινωνικά δίκαιο εργαλείο
ανακούφισης. Η απάντηση είναι ναι, εφόσον ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο
πολιτικής με ελέγχους, διαφάνεια, ενίσχυση του ανταγωνισμού και στοχευμένη
στήριξη των εισοδημάτων.
Σε μια περίοδο όπου οι τιμές των τροφίμων εξακολουθούν να πιέζουν
δυσανάλογα τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά, η μείωση του ΦΠΑ στα βασικά τρόφιμα είναι
αναγκαία. Όχι ως εύκολο σύνθημα, αλλά ως εφαρμόσιμη πολιτική παρέμβαση με άμεσο
κοινωνικό αποτύπωμα.
