Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026

Μνημόνιο ΗΠΑ – Ιράν: Στρατηγική ανάπαυλα και μηχανισμός διαχείρισης της αντιπαράθεσης |ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ

* Κωνσταντίνα Οικονόμου, Διεθνολόγος, επισκέπτρια ερευνήτρια του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης & Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου – Η ανάλυση περιλαμβάνεται στο νέο Δελτίο Διεθνών & Ευρωπαϊκών Εξελίξεων του Ινστιτούτου ΕΝΑ

Η υπογραφή του Μνημονίου Κατανόησης των δεκατεσσάρων σημείων μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν στις 17 Ιουνίου 2026 σηματοδότησε την αναστολή μιας ένοπλης σύγκρουσης που είχε κλιμακωθεί επικίνδυνα και είχε κλονίσει την περιφερειακή ασφάλεια και την παγκόσμια ενεργειακή αγορά. Πρόκειται για μνημόνιο κατανόησης, δηλαδή για κείμενο πολιτικής δέσμευσης που κατά κανόνα στερείται της δεσμευτικότητας μιας διεθνούς συνθήκης κατά την έννοια της Σύμβασης της Βιέννης του 1969. Εν προκειμένω, η ίδια η αρχιτεκτονική του Μνημονίου, με τον ορίζοντα 60 ημερών διαπραγμάτευσης μιας οριστικής συμφωνίας που θα επικυρωθεί με δεσμευτική απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας, μαρτυρεί τον μεταβατικό του χαρακτήρα. Το κείμενο λειτουργεί ως pactum de contrahendo, ως υπόσχεση μελλοντικής συμβατικής δέσμευσης, και η ενδιάμεση αυτή φύση του συνιστά ταυτοχρόνως το πλεονέκτημα και την αχίλλειο πτέρνα του. Ο χαρακτήρας αυτός του μνημονίου ενισχύει την εκτίμηση ότι πρόκειται κατ’ουσίαν για στρατηγική ανάπαυλα, την οποία αμφότερα τα μέρη επέλεξαν για διαφορετικούς λόγους: η Τεχεράνη για να εξασφαλίσει οικονομική ανακούφιση και χρόνο ανασύνταξης, η Ουάσιγκτον για να επαναλειτουργήσει το Ορμούζ και να ανασυγκροτήσει τη στρατιωτική της θέση στην περιοχή.

Διακηρυγμένοι στόχοι και πραγματική έκβαση

Η αποτίμηση της συμφωνίας προϋποθέτει την αντιπαραβολή της με τους διακηρυγμένους σκοπούς του πολέμου. Κατά την έναρξη των επιχειρήσεων, η αμερικανική ηγεσία είχε εξαγγείλει ως στόχους την καταστροφή του ιρανικού βαλλιστικού οπλοστασίου, τον τερματισμό της αποσταθεροποιητικής δράσης των περιφερειακών οργανώσεων που στηρίζει η Τεχεράνη και την οριστική αποτροπή του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, ενώ ο Αμερικανός πρόεδρος, επικαλούμενος και την προστασία των διαδηλωτών από τη βίαιη καταστολή του καθεστώτος, είχε καλέσει τον ιρανικό λαό να καταλάβει την κυβέρνησή του και είχε διαμηνύσει ότι μόνη αποδεκτή κατάληξη ήταν η άνευ όρων παράδοση. Κανένας από τους σκοπούς αυτούς δεν επιτεύχθηκε πλήρως. Το καθεστώς επιβίωσε, παρά την εξόντωση του Ανώτατου Ηγέτη κατά την πρώτη ημέρα του πολέμου, με τη διαδοχή να περιέρχεται στον γιο του και τους Φρουρούς της Επανάστασης, μάλιστα εσωτερικά ενισχυμένους. Οι πυρηνικές εγκαταστάσεις υπέστησαν βαρύτατα πλήγματα, όμως η τεχνογνωσία και το απόθεμα εμπλουτισμένου ουρανίου διατηρούνται. Το βαλλιστικό οπλοστάσιο απομειώθηκε αισθητά, χωρίς να εκμηδενιστεί, ενώ το δίκτυο των περιφερειακών συμμάχων παρέμεινε λειτουργικό. Η μετατόπιση της αμερικανικής ρητορικής από την απαίτηση παράδοσης έως τη μεταγενέστερη δήλωση ότι η αλλαγή καθεστώτοςουδέποτε αποτέλεσε επιδίωξη αποτυπώνει την υποχώρηση από μαξιμαλιστικούς σκοπούς προς μια διαχειρίσιμη έξοδο, και η απόσταση αυτή μεταξύ στόχων και έκβασης εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τη σχετική διαπραγματευτική ισορροπία που αποκρυσταλλώθηκε στο Μνημόνιο.

Η ανεστραμμένη λογική των ανταλλαγμάτων

Η ισορροπία αυτή αποτυπώνεται στην κατανομή ωφελημάτων και υποχρεώσεων μεταξύ των δύο μερών. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναλαμβάνουν εμπροσθοβαρείς δεσμεύσεις με άμεση υλική αξία, όπως η άρση του ναυτικού αποκλεισμού εντός τριάντα ημερών, η άμεση απελευθέρωση των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου, η αποδέσμευση των παγωμένων κεφαλαίων της Κεντρικής Τράπεζας του Ιράν και η δρομολόγηση προγράμματος ανασυγκρότησης ύψους τουλάχιστον τριακοσίων δισεκατομμυρίων δολαρίων, με ορίζοντα την πλήρη άρση των κυρώσεων. Το Ιράν, από την πλευρά του, επαναβεβαιώνει τη δέσμευση περί μη κατασκευής πυρηνικών όπλων, αποδέχεται την αραίωση του αποθέματος εμπλουτισμένου ουρανίου υπό διεθνή επιθεώρηση, παγώνει το πυρηνικό του πρόγραμμα στο παρόν επίπεδο και επαναλειτουργεί τη ναυσιπλοΐα στο Στενό του Ορμούζ.

Η σύγκριση με το Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης του 2015 είναι αποκαλυπτική. Εκείνη η συμφωνία εξαρτούσε την ελάφρυνση των κυρώσεων από την προηγούμενη και επαληθευμένη εκπλήρωση συγκεκριμένων τεχνικών υποχρεώσεων, ενώ διέθετε μηχανισμό αυτόματης επαναφοράς των κυρώσεων σε περίπτωση παραβίασης. Το παρόν Μνημόνιο αντιστρέφει την αλληλουχία, καθώς παρέχει τα ωφελήματα πριν από κάθε επαλήθευση και μεταθέτει τα δυσχερέστερα ζητήματα, ιδίως το δικαίωμα εμπλουτισμού, σε μια μελλοντική συμφωνία, της οποίας η σύναψη παραμένει αβέβαιη. Η γενική δέσμευση διατήρησης του υφιστάμενου καθεστώτος του προγράμματος αφήνει, εξάλλου, αδιευκρίνιστο το όριο εμπλουτισμού, τη διάρκεια των περιορισμών και το εύρος των διεθνών επιθεωρήσεων, ενώ η απουσία μηχανισμού αυτόματης επανενεργοποίησης των κυρώσεων στερεί από την αμερικανική πλευρά το κρισιμότερο εργαλείο αποτροπής που διέθετε το πλαίσιο του 2015. Το πρόγραμμα ανασυγκρότησης, τέλος, διατυπώνεται με προσοχή ώστε να μην παραπέμπει σε επανορθώσεις κατά το δίκαιο της διεθνούς ευθύνης, αλλά ως πολιτικό κίνητρο συμμόρφωσης και όχι ως αναγνώριση ευθύνης για παράνομη χρήση βίας, γεγονός που αφήνει εκκρεμή –και μάλλον οριστικά ανεπίλυτα– τα ζητήματα του jus ad bellum που ήγειρε η σύρραξη.

Τα όρια της συμφωνίας: πεδίο εφαρμογής και έλλειμμα επιβολής

Η πιο ευάλωτη πτυχή της συμφωνίας εντοπίζεται στο περιορισμένο πεδίο εφαρμογής της, καθώς δεν μπορεί να γεννήσει υποχρεώσεις για τρίτες χώρες που δεν συμμετέχουν σε αυτήν. Το Ισραήλ δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος και συνεπώς δεν βαρύνεται με καμία νομική υποχρέωση απορρέουσα από το Μνημόνιο. Η ρήτρα περί σεβασμού των συνόρων του Λιβάνου δεσμεύει την Ουάσιγκτον σε ένα αποτέλεσμα που δεν δύναται νομικώς να εγγυηθεί, δεδομένου μάλιστα ότι η διμερής ισραηλολιβανική εκεχειρία επιφυλάσσει στο Ισραήλ ευρύ περιθώριο επίκλησης του δικαιώματος στη νόμιμη άμυνα. Ωστόσο, το πρόβλημα εκτείνεται πέραν του Ισραήλ, αφού η Χεζμπολάχ και το ευρύτερο δίκτυο ενόπλων μη κρατικών δρώντων παραμένουν εκτός συμβατικού πλαισίου. Το ίδιο το Μνημόνιο προβλέπει μόνο ένα διμερές πολιτικό και διπλωματικό όργανο εποπτείας, χωρίς δικαιοδοτικές αρμοδιότητες και χωρίς προκαθορισμένες συνέπειες παραβίασης, ενώ αναθέτει την επιβολή σε μια απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας που δεν έχει ακόμη συνταχθεί.

Το Στενό του Ορμούζ και η κανονικοποίηση ενός καθεστώτος ελέγχου

Ιδιαίτερης προσοχής χρήζει η ρύθμιση για το Στενό του Ορμούζ. Κατά το εθιμικό δίκαιο και τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας, τα διεθνή στενά υπόκεινται στο καθεστώς του δικαιώματος διέλευσης, το οποίο τα παράκτια κράτη δεν επιτρέπεται να παρεμποδίζουν. Η επιβολή τελών για αυτή καθαυτή τη διέλευση είναι αμφίβολης νομικής εγκυρότητας, καθώς το εφαρμοστέο δίκαιο επιτρέπει οικονομικές επιβαρύνσεις μόνο ως αντάλλαγμα συγκεκριμένων υπηρεσιών που πράγματι παρέχονται στο πλοίο, χωρίς διακρίσεις και όχι ως τίμημα της διέλευσης. Η πρόβλεψη περί «ελεύθερης» διέλευσης για εξήντα ημέρες είναι ως εκ τούτου νομικά περιττή και πολιτικώς ανησυχητική, καθώς αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο, μετά την παρέλευση αυτού του διαστήματος, η διέλευση να εξαρτηθεί από οικονομικούς όρους υπό οποιαδήποτε ονομασία, ως τέλη ασφαλείας, περιβαλλοντικές εισφορές και λοιπές διοικητικές επιβαρύνσεις. Η ονομασία της επιβάρυνσης δεν καθορίζει τη νομιμότητά της. Όποια χρέωση δεν αντιστοιχεί σε πραγματική υπηρεσία προς το πλοίο λειτουργεί ως συγκεκαλυμμένο τέλος διέλευσης. Παράλληλα, η παραπομπή του μακροπρόθεσμου καθεστώτος διαχείρισης σε μελλοντικό διάλογο με τα κράτη του Κόλπου ισοδυναμεί με σιωπηρή αποδοχή μιας de facto ιρανικής θέσης ισχύος επί ζωτικού θαλάσσιου διαύλου, εξέλιξη που ανατρέπει μια πάγια αμερικανική πολιτική δεκαετιών υπέρ της ελευθερίας ναυσιπλοΐας.

Από τη στρατηγική αποκλιμάκωση στη διαχείριση της σύγκρουσης

Οι αντιφατικές δημόσιες αφηγήσεις των μερών, με την Ουάσιγκτον να τονίζει την αναστρεψιμότητα των παραχωρήσεων, την Τεχεράνη την κυριαρχική της αξιοπρέπεια και το Ισραήλ την ελευθερία δράσης του, γίνονται κατανοητές αν ληφθεί υπόψη ότι κάθε κυβέρνηση διαπραγματεύεται ταυτοχρόνως σε δύο τραπέζια: στο διεθνές έναντι του αντιπάλου και στο εσωτερικό έναντι των ακροατηρίων που καλούνται να αποδεχθούν το αποτέλεσμα. Η ασυμφωνία των αφηγήσεων συνιστά, έτσι, μάλλον προϋπόθεση της εγχώριας αποδοχής, παρά ένδειξη επικείμενης κατάρρευσης της συμφωνίας. Η ίδια όμως διπλή πίεση που διαμορφώνει τις αφηγήσεις διαμορφώνει και το περιεχόμενο, ωθώντας τους διαπραγματευτές να μεγιστοποιούν τα επιδείξιμα οφέλη και να ελαχιστοποιούν τις κυρωτικές δεσμεύσεις. Το αποτέλεσμα είναι μια συμφωνία γενναιόδωρη σε ανταμοιβές και φειδωλή σε μηχανισμούς αποτροπής της αθέτησης. Παρά τις αποκλίνουσες εκτιμήσεις των εμπολέμων και των αναλυτών για την έκβαση του πολέμου, η στάθμιση των εκατέρωθεν παραχωρήσεων δείχνει ότι στην παρούσα φάση οι Ηνωμένες Πολιτείες προσφέρουν περισσότερα από όσα λαμβάνουν, αφού η άρση κυρώσεων και αποκλεισμού, η αποδέσμευση κεφαλαίων και η χρηματοδότηση της ανασυγκρότησης ανταλλάσσονται με την επανάληψη μιας δέσμευσης που η Τεχεράνη ουδέποτε είχε αποκηρύξει, δηλαδή της μη επιδίωξης πυρηνικών όπλων. Εάν οι τελικοί όροι για το απόθεμα εμπλουτισμένου ουρανίου δεν αποδειχθούν αυστηρότεροι από εκείνους του 2015, το πραγματικό κέρδος του πολέμου για την Ουάσιγκτον θα παραμείνει δυσδιάκριτο. Η ασυμμετρία των ανταλλαγμάτων έχει και μια ευρύτερη στρατηγική προέκταση, καθώς η άρση των κυρώσεων και η χρηματοδότηση της ανασυγκρότησης ανοίγουν το ιρανικό πεδίο σε τρίτες δυνάμεις, με πρώτη την Κίνα, η οποία διατηρεί ήδη το μεγαλύτερο μερίδιο των δεσμευμένων ιρανικών περιουσιακών στοιχείων και προβάλλει ως προνομιακός εταίρος στην ανασυγκρότηση, στην ενέργεια και στις υποδομές.

Πέρα από τη στάθμιση κερδών και οφελών ωστόσο, η συμφωνία μπορεί να αποτιμηθεί και ως προς την ίδια της τη μορφή. Οι ατέλειες της συμφωνίας, από την ασαφή ρύθμιση για το Ορμούζ έως το περιορισμένο πεδίο δέσμευσης και το έλλειμμα επιβολής, το οποίο εν πολλοίς είναι αναμενόμενο, εφόσον πρόκειται για μνημόνιο συνυπόσχεσης μελλοντικής συμφωνίας, δεν αναιρούν μια ευρύτερη διαπίστωση. Σε μια περίοδο έντονης αμφισβήτησης της διεθνούς νομιμότητας, η ίδια η μορφή της διευθέτησης αποκτά αυτοτελή και συμβολική σημασία. Τα μέρη επέλεξαν συνειδητά να δομήσουν την αποκλιμάκωση μιλώντας αυθεντικά τη γλώσσα του διεθνούς δικαίου και επιστρατεύοντας τα θεσμικά του εργαλεία: ρήτρες, προθεσμίες, όργανα εποπτείας και προσφυγή στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών. Χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της προσέγγισης αποτελεί η ρήτρα αμοιβαίας μη επέμβασης στις εσωτερικές υποθέσεις, η οποία απηχεί ευθέως το άρθρο 2 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, εδράζοντας το Μνημόνιο στο θεμελιώδες κανονιστικό κείμενο της παγκόσμιας έννομης τάξης. Παράλληλα, η προβλεπόμενη ενσωμάτωση της τελικής συμφωνίας σε δεσμευτική απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας επιδιώκει να προσδώσει σταθερότητα στη διευθέτηση, καθιστώντας τη δεσμευτική ακόμη και για κράτη που δεν μετείχαν στη διαπραγμάτευση. Το κατά πόσο, βέβαια, μια τέτοια απόφαση θα υιοθετηθεί τελικά μένει να κριθεί στην πράξη. Σε κάθε περίπτωση, η επιλογή αυτή επιβεβαιώνει ότι το διεθνές δίκαιο παραμένει η απαραίτητη γραμματική με την οποία ακόμη και οι πλέον ετερόκλητοι ή συγκρουόμενοι δρώντες αρθρώνουν την έξοδο από τη βία.

Η επιλογή αυτή, όπως εξάλλου και η ίδια η πολιτική βούληση για τερματισμό της σύγκρουσης, όσο κι αν ενέχουν συμβολική σημασία, αποδεικνύονται στην πράξη δομικά ανεπαρκείς ώστε να καταστήσουν τη διευθέτηση βιώσιμη. Η δυναμική των γεγονότων που εκτυλίσσονται τις τελευταίες ώρες έρχεται να επιβεβαιώσει τον εγγενώς εύθραυστο χαρακτήρα του εγχειρήματος. Παρά τη διμερή εκεχειρία της 12ης Ιουνίου, η οποία είχε λειτουργήσει ως προπαρασκευαστικό στάδιο του Μνημονίου, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στην πραγματικότητα δεν σταμάτησαν ποτέ, αναλώνοντας την εκεχειρία σε μια αμοιβαίως παραβιαζόμενη ανακωχή και διαρκή σύγκρουση χαμηλής έντασης. Η πρόσφατη επίσημη παραδοχή ότι το Μνημόνιο Κατανόησης «έχει τελειώσει» μετά τη νέα ανάφλεξη στον Κόλπο, αποτελούν την αναπόδραστη κατάληξη όσων εξαρχής απουσίαζαν από το προσκήνιο: ένας αξιόπιστος μηχανισμός ελέγχου, αυτόματες συνέπειες σε περίπτωση παραβίασης, ένα σαφές νομικό καθεστώς για το Στενό του Ορμούζ και ένας δίαυλος δέσμευσης των εκτός συμφωνίας δρώντων.  Σε αυτό που ίσχυε μέχρι χθες, εξάλλου, εντοπιζόταν και ένα διαφορετικής τάξης πρόβλημα. Η διαπραγμάτευση διεξήχθη εξαρχής υπό τη σκιά ενεργής και ρητής απειλής βίας, με τον ναυτικό αποκλεισμό σε ισχύ και την προειδοποίηση για νέα πλήγματα σε ιρανικές υποδομές σε περίπτωση μη αποδοχής των όρων. Επρόκειτο για μια μορφή διπλωματίας εξαναγκασμού, η οποία δεν ταυτίζεται με τις συνήθεις ανισότητες ισχύος που διατρέχουν κάθε διεθνή διαπραγμάτευση και είναι εγγενείς στο σύστημα, αλλά συνίσταται στη μετατροπή της συνεχιζόμενης στρατιωτικής πίεσης σε άμεσο διαπραγματευτικό μοχλό. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Μνημόνιο είναι καταδικασμένο να λειτουργήσει περισσότερο ως ένας μηχανισμός διαχείρισης της αντιπαράθεσης, παρά ως ένα στέρεο θεμέλιο για την οριστική της επίλυση. 

Στην τρέχουσα συγκυρία, ωστόσο, διαμορφώνεται μια ποιοτικά διαφορετική δυναμική. Ασφαλώς, οι διεθνείς διαπραγματεύσεις διεξήχθησαν ανέκαθεν –και συνεχίζουν να διεξάγονται–υπό συνθήκες ασυμμετρίας ισχύος και ένοπλης αντιπαράθεσης. Σήμερα όμως η αλληλοδιείσδυση των δύο αυτών πεδίων προσλαμβάνει νέα χαρακτηριστικά, καθώς οι εκεχειρίες συνυπάρχουν δομικά με αεροπορικές επιδρομές και εχθροπραξίες στο πεδίο, μετατρέποντας την αναζήτηση διαύλων επικοινωνίας σε ένα τακτικό εργαλείο εντός ενός καθεστώτος παρατεταμένης και ενεργού σύρραξης.

Η πραγματικότητα αυτή αναδεικνύει δύο κρίσιμα ζητήματα που αναπροσδιορίζουν τα όρια και τις συνθήκες εφικτότητας της σύγχρονης διπλωματίας. Αφενός, καθίσταται εξαιρετικά δυσδιάκριτο το όριο πέρα από το οποίο η θεμιτή πολιτική ή στρατιωτική πίεση μετακινείται κανονιστικά και μετατρέπεται σε νομικά αναγνωρίσιμο εξαναγκασμό, θολώνοντας τη γραμμή μεταξύ ελεύθερης βούλησης και εξαναγκαστικής αποδοχής όρων. Αφετέρου, η διεθνής πολιτική χαρακτηρίζεται από μια εν εξελίξει αποσταθεροποίηση των παραδοσιακών της σημείων αναφοράς, η οποία αποτυπώνεται στη σταδιακή υπαναχώρηση ή τη στρατηγική απροθυμία τού μέχρι πρότινος εγγυητή της διεθνούς τάξης να λειτουργήσει ως αξιόπιστος πάροχος ασφάλειας και σταθερότητας.

Το δομικό πρόβλημα, επομένως, δεν εντοπίζεται σε μια υποτιθέμενη επιχειρησιακή αδυναμία των διαπραγματεύσεων, αλλά σε μια μετάλλαξη της ίδιας της τελεολογίας της διπλωματίας. Αντί να επιστρατεύεται ως το κανονιστικό εργαλείο για την υπέρβαση και τον τερματισμό της κρίσης, η διπλωματική διαδικασία εργαλειοποιείται για την οριοθέτηση και τη συντήρησή της. Πρόκειται για μια διάκριση κεφαλαιώδους σημασίας: ένας κόσμος όπου η σύγκρουση απλώς διευθετείται θεσμικά δεν είναι ένας κόσμος στον οποίο η σύγκρουση έχει επιλυθεί. Υπό το πρίσμα αυτό, το Μνημόνιο της 17ης Ιουνίου δεν είναι παρά ένα ακόμη επεισόδιο σε μια κατάσταση μόνιμης αντιπαράθεσης, όπου η βία εκτονώνεται προσωρινά, για να επανέλθει δριμύτερη, επιβεβαιώνοντας ότι, όταν ο πόλεμος και η ειρήνη συμβαίνουν ταυτόχρονα, η έξοδος από τον λαβύρινθο της βίας καθίσταται μια εξαιρετικά δυσχερής άσκηση.