Τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη της πλήρους κλίμακας ρωσικής εισβολής
στην Ουκρανία, ο απολογισμός των ειρηνευτικών προσπαθειών παραμένει αδυσώπητα
αρνητικός: καμία διαπραγμάτευση δεν κατέληξε σε δεσμευτική συμφωνία, κανένα
σχέδιο δεν συγκέντρωσε τη συναίνεση των εμπλεκόμενων μερών και ο πόλεμος
συνεχίζεται. Η διαπίστωση αυτή, ωστόσο, δεν αρκεί ως αναλυτικό συμπέρασμα. Το
ερώτημα που χρήζει βαθύτερης διερεύνησης δεν είναι γιατί οι διαπραγματεύσεις
απέτυχαν, αλλά τι αποκαλύπτουν για τη φύση και τη λειτουργία της ειρηνευτικής
διαδικασίας στο σύγχρονο διεθνές σύστημα. Διότι το ουκρανικό παράδειγμα φωτίζει
μια βαθύτερη ένταση που διαπερνά τη σύγχρονη διεθνή τάξη: την αυξανόμενη
σύγκρουση μεταξύ της ανάγκης για τερματισμό συγκρούσεων και της διατήρησης των
θεμελιωδών κανόνων που συγκροτούν τη διεθνή νομιμότητα. Η ένταση αυτή δεν είναι
αναπόφευκτη, αλλά ένα προϊόν συγκεκριμένων επιλογών και παραλείψεων. Η ανάλυση
των διαδοχικών κύκλων διαπραγμάτευσης, από την Κωνσταντινούπολη το 2022 έως τις συναντήσεις στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα το 2026, αναδεικνύει μια
συστημική τάση: η ειρηνευτική διαδικασία λειτούργησε κατ' επανάληψη ως εργαλείο
αναδιανομής ισχύος και όχι ως γνήσια προσπάθεια επίλυσης της σύγκρουσης.
Παράλληλα, η απουσία αποτελεσματικών μηχανισμών νομικής δεσμευτικότητας
αποδείχθηκε δομικό και όχι συγκυριακό έλλειμμα. Τέλος, η εμπλοκή των Ηνωμένων
Πολιτειών υπό την προεδρία Τραμπ εισήγαγε μια ποιοτικά διαφορετική λογική, η
οποία σηματοδοτεί ρήξη με τις θεμελιώδεις παραδοχές της μεταπολεμικής διεθνούς
τάξης.
Η δομική αποτυχία της Κωνσταντινούπολης
Οι διαπραγματεύσεις της άνοιξης του 2022, που διεξήχθησαν αρχικά στη Λευκορωσία και στη συνέχεια στην Κωνσταντινούπολη, παρουσιάστηκαν εκ των υστέρων, ιδίως από τη
ρωσική πλευρά, ως χαμένη ευκαιρία ειρήνευσης που ανετράπη από «εξωτερικές παρεμβάσεις». Η αφήγηση αυτή δεν αντέχει στην
κριτική εξέταση των διαθέσιμων στοιχείων. Τα σχέδια κειμένων που δημοσιεύθηκαν το 2024 αποκαλύπτουν ότι οι δύο πλευρές απείχαν σημαντικά από οποιαδήποτε
ουσιαστική σύγκλιση στα κρίσιμα σημεία.
Το κεντρικό αδιέξοδο αφορούσε τον μηχανισμό των εγγυήσεων ασφαλείας. Το
σχέδιο προέβλεπε τη συμμετοχή της Ρωσίας ως ουδέτερης «εγγυήτριας δύναμης» της
ουκρανικής ασφάλειας, μαζί με τα υπόλοιπα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας,
χωρίς να αντιμετωπίζει τη Ρωσία ως εμπόλεμο μέρος. Παράλληλα, η Μόσχα επέμενε
στη λήψη αποφάσεων βάσει ομοφωνίας μεταξύ των εγγυητών, διατηρώντας ουσιαστικά
δικαίωμα αρνησικυρίας. Υπό αυτές τις συνθήκες, η εγγύηση θα ήταν κενή
περιεχομένου: η ίδια χώρα που αποτελούσε πηγή απειλής θα μπορούσε να αποκλείσει
οποιαδήποτε αντίδραση των εγγυητών.
Εξίσου αποκαλυπτικές ήταν οι ρωσικές απαιτήσεις για σχεδόν πλήρη αφοπλισμό της Ουκρανίας, με
μέγιστο όριο 85.000 στρατιωτών και δραστικές περικοπές στα οπλικά συστήματα. Σε
αυτές προστίθεντο η επίσημη ισοτιμία της ρωσικής γλώσσας, νομοθετικές αλλαγές
στο πλαίσιο της λεγόμενες «αποναζιστικοποίησης», η ακύρωση κυρώσεων και νομικών
αξιώσεων από το 2014, καθώς και περιορισμοί στη συνεργασία με το Διεθνές
Ποινικό Δικαστήριο. Παράλληλα, οι διατάξεις για την αποχώρηση των ρωσικών
δυνάμεων από τα ουκρανικά εδάφη παρέμεναν σκοπίμως αόριστες. Το σύνολο αυτών
δεν συνθέτει τους όρους μιας διαπραγμάτευσης, αλλά τους όρους μιας παράδοσηςπου θα στερούσε από την Ουκρανία κάθε
ικανότητα να επηρεάσει τις μεταγενέστερες εξελίξεις εντός των συνόρων της,
παραμένοντας εκτεθειμένη σε περαιτέρω εδαφική διείσδυση.
Η εξέταση αυτής της περιόδου αναδεικνύει επίσης ένα κρίσιμο νομικό
ζήτημα που η τότε διπλωματική συζήτηση αντιμετώπισε ανεπαρκώς: ακόμη και αν τα
μέρη κατέληγαν σε κάποια μορφή συμφωνίας, η νομική της ισχύς θα ήταν εξ αρχής
αμφισβητήσιμη. Το άρθρο 52 της Σύμβασης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών (VCLT) ορίζει ρητώς ότι
μια συνθήκη είναι άκυρη εφόσον η σύναψή της επιτεύχθηκε μέσω απειλής ή χρήσης
βίας κατά παράβαση των αρχών του διεθνούς δικαίου που ενσωματώνονται στον Χάρτη
των Ηνωμένων Εθνών. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία συνιστά αναμφίβολα παράνομη
χρήση βίας, γεγονός που αναγνωρίστηκε από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ με το
ψήφισμα της 2ας Μαρτίου 2022. Κατά συνέπεια, οποιαδήποτε ειρηνευτική
συμφωνία που θα περιελάμβανε εδαφικές παραχωρήσεις εκ μέρους της Ουκρανίας υπό
τις τρέχουσες συνθήκες θα πληρούσε την αντικειμενική προϋπόθεση του άρθρου 52
VCLT, δεδομένου ότι η ουκρανική συναίνεση δεν θα αποτελούσε ελεύθερη έκφραση
βούλησης αλλά αποτέλεσμα εξαναγκασμού μέσω παράνομης βίας. Η ακυρότητα αυτή
είναι αυτόματη και αναδρομική, χωρίς να απαιτείται ρητή επίκλησή της από το
θιγόμενο κράτος, και επεκτείνεται στο σύνολο της συμφωνίας.
Η πολυμερής διαμεσολάβηση ως γεωπολιτική αυτοπροβολή
Η περίοδος 2023-2024 χαρακτηρίστηκε από σειρά πρωτοβουλιών χωρών του λεγόμενου Παγκόσμιου Νότου: Κίνας, Βραζιλίας,
Ινδονησίας, αφρικανικών κρατών. Οι πρωτοβουλίες αυτές, παρά την ετερογένειά
τους, μοιράζονται κοινά δομικά χαρακτηριστικά που υπονομεύουν την αξιοπιστία
τους ως ειρηνευτικές προσπάθειες.
Κανένα από τα προτεινόμενα σχέδια δεν απαιτούσε ρητά και χωρίς αίρεση
την αποχώρηση των ρωσικών δυνάμεων από τα κατεχόμενα ουκρανικά εδάφη, την
ελάχιστη προϋπόθεση που θέτει το διεθνές δίκαιο για τη συμμόρφωση με την αρχή
της εδαφικής ακεραιότητας και την απαγόρευση κτήσης εδάφους διά της βίας. Οι
προτεινόμενοι μηχανισμοί επίλυσης — εκεχειρία κατά μήκος των τρεχουσών γραμμών
επαφής, αποστρατιωτικοποιημένες ζώνες, δημοψηφίσματα υπό αμφιλεγόμενες συνθήκες
— είτε παγίωναν τετελεσμένα γεγονότα που είχαν επιτευχθεί διά παράνομης βίας
είτε απέφευγαν να αντιμετωπίσουν το ζήτημα της λογοδοσίας. Στο πεδίο αυτό
αξίζει να υπογραμμισθεί ότι η defacto αποδοχή ή έμμεση αναγνώριση εδαφικών
κεκτημένων που αποκτήθηκαν διά παράνομης βίας δεν συνιστά απλώς πολιτική
επιλογή, αλλά παραβίαση της υποχρέωσης μη αναγνώρισης που απορρέει από το
εθιμικό διεθνές δίκαιο και αποτυπώνεται στο άρθρο 41 παρ. 2 των Άρθρων για την Ευθύνη των Κρατών (ARSIWA).
Η κινεζική πρωτοβουλία των 12 σημείων είναι ιδιαίτερα
διαφωτιστική. Το κείμενο συνδύαζε γενικόλογες αρχές — σεβασμός κυριαρχίας,
αποχή από «ψυχροπολεμική νοοτροπία», ανάγκη για ανθρωπιστική βοήθεια — με
παντελή απουσία δεσμευτικών μηχανισμών εφαρμογής. Το ουσιαστικό ενδιαφέρον του
Πεκίνου δεν ήταν η επίλυση της σύγκρουσης, αλλά η αναβάθμιση του ρόλου του ως
παγκόσμιου ειρηνοποιού έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών, η διατήρηση της στρατηγικής
σχέσης με τη Μόσχα και η προβολή ήπιας ισχύος στις χώρες του Παγκόσμιου Νότου.
Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται, με διαφοροποιήσεις, και στις πρωτοβουλίες άλλων
χωρών: η αφρικανική πρόταση αντλούσε τη νομιμοποίησή της από τα
οικονομικά δεινά που προκαλούσε ο πόλεμος στη διατροφική ασφάλεια του
αναπτυσσόμενου κόσμου, ηβραζιλιανή πρωτοβουλία εξυπηρετούσε κυρίως φιλοδοξίες
γεωπολιτικής ανάδειξης. Η παρατήρηση αυτή δεν αποτελεί ηθική κατηγορία — οι
διεθνείς δρώντες αναμένεται να προωθούν τα συμφέροντά τους. Αποτελεί, όμως,
αναλυτική διαπίστωση: όταν η ειρηνευτική διαδικασία αποτελεί πρωτίστως πεδίο
γεωπολιτικού ανταγωνισμού, η πιθανότητα παραγωγής ουσιαστικών αποτελεσμάτων
μειώνεται δραστικά. Ταυτόχρονα, πρόταση ειρήνης που αγνοεί ή υπονομεύει την
εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας δεν είναι απλώς πολιτικά ατελής, αλλά νομικά
προβληματική, στο μέτρο που εκθέτει τα κράτη που την υποστηρίζουν σε ζητήματα
συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις μη αναγνώρισης και μη συνδρομής του διεθνούς
δικαίου.
Ο «ρεαλισμός» του Τραμπ και η συναλλακτική ειρήνη
Η επάνοδος του Ντόναλντ Τραμπ στην αμερικανική προεδρία εισήγαγε στη
διαπραγματευτική διαδικασία μια λογική ποιοτικά διαφορετική από οποιαδήποτε
προηγούμενη εμπλοκή. Τα σχέδια που ανακοινώθηκαν, τόσο εκείνο του Απριλίου 2025 όσο και το αναθεωρημένο σχέδιο του Νοεμβρίου 2025, αποκαλύπτουν μια κεντρική οργανωτική αρχή:
η ειρήνη ως συναλλαγή, ως αναδιανομή περιουσιακών στοιχείων και γεωπολιτικών
θέσεων, ανεξάρτητα από το κανονιστικό πλαίσιο εντός του οποίου η σύγκρουση
εκδηλώθηκε.
Ο αμερικανικός σχεδιασμός περιελάμβανε την defacto αναγνώριση των
ρωσικών εδαφικών κεκτημένων, τον αποκλεισμό της Ουκρανίας από το ΝΑΤΟ, την άρση
κυρώσεων κατά της Ρωσίας και την ανάθεση της διαχείρισης του πυρηνικού σταθμού
Ζαπορίζια στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η διάταξη για
τα κρίσιμα ορυκτά: η συμφωνία με την Ουκρανία για πρόσβαση σε ορυκτούς πόρους
συνδέθηκε άμεσα με τις εγγυήσεις ασφαλείας, μετατρέποντας τη στρατηγική
προστασία σε εμπορεύσιμο αγαθό και αποσυνδέοντάς την από οποιαδήποτε
κανονιστική υποχρέωση.
Αυτή η προσέγγιση δεν αποτελεί απλώς πολιτική επιλογή διαφορετικής διαπραγματευτικής
τακτικής. Αποτελεί έκφραση μιας βαθύτερης αναδιάταξης: της απόρριψης της ιδέας
ότι η διεθνής ειρήνη παράγεται μέσω θεσμών, κανόνων και συλλογικής δέσμευσης,
και της υιοθέτησης μιας λογικής όπου η ειρήνη είναι αποτέλεσμα διμερούς
συναλλαγής μεταξύ ισχυρών. Η Ουκρανία αντιμετωπίστηκε σε μεγάλο βαθμό ως
μεταβλητή της εξίσωσης και όχι ως κυρίαρχος δρών με αυτόνομα δικαιώματα.
Από κανονιστική σκοπιά, τα αμερικανικά σχέδια εγείρουν σοβαρά ζητήματα.
Η αναγνώριση εδαφικών κεκτημένων που αποκτήθηκαν διά παράνομης βίας αντιβαίνει
στην αρχή της μη αναγνώρισης που αποτελεί πάγιο κανόνα εθιμικού διεθνούς
δικαίου, ανεξαρτήτως συνθηκολογικής βάσης, και επιβεβαιώθηκε επανειλημμένως από
το Διεθνές Δικαστήριο — από τη Γνωμοδότηση για τη Ναμίμπια (1971) έως τη Γνωμοδότηση
για το Τείχος (2004) και εκείνη για τα Κατεχόμενα Παλαιστινιακά Εδάφη (2024). Η σύνδεση πρόσβασης σε φυσικούς
πόρους με εγγυήσεις ασφαλείας θολώνει την οριοθέτηση μεταξύ διπλωματικής
προστασίας και οικονομικής εκμετάλλευσης. Και η συνολική λογική -«παραχωρήστε
εδάφη για να αποκτήσετε ασφάλεια»- αντιστρέφει τη θεμελιώδη αρχή ότι η εδαφική
ακεραιότητα δεν αποτελεί διαπραγματεύσιμο αντάλλαγμα, αρχή που κατοχυρώνεται
τόσο στο άρθρο 2 παρ. 4 του Χάρτη
του ΟΗΕ όσο και στη Διακήρυξη για τις Φιλικές Σχέσεις.
Επιπλέον, η νέα αμερικανική Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας (2025) είναι αποκαλυπτική
ως προς το βαθύτερο ιδεολογικό της πλαίσιο: διαπραγματεύεται τη χρήση βίας ως
διαχειριστικό εργαλείο χωρίς να επιδιώκει ένταξή της στο κανονιστικό πλαίσιο
του Χάρτη. Η σιωπή ως προς τη νομική τεκμηρίωση της χρήσης βίας στη Μέση Ανατολή,
αλλά και ως προς το jusadbellum γενικότερα, δεν είναι ουδέτερη: είναι
στρατηγική θέση που αναδιατάσσει τα όρια του επιτρεπτού χωρίς να τα
κατονομάζει.
Το δομικό έλλειμμα της νομικής δεσμευτικότητας
Διατρέχοντας αναλυτικά τους διαδοχικούς κύκλους διαπραγμάτευσης,
εντοπίζεται ένα σταθερό δομικό έλλειμμα: η απουσία μηχανισμών νομικής
δεσμευτικότητας και αποτελεσματικής επιβολής. Κανένα από τα προτεινόμενα σχέδια
δεν περιελάμβανε αξιόπιστο μηχανισμό συμμόρφωσης. Οι εγγυήσεις ασφαλείας
παρέμεναν είτε αόριστες είτε δομικά αναποτελεσματικές. Τα ψηφίσματα της Γενικής
Συνέλευσης, ιδίως το ψήφισμα της 23ης Φεβρουαρίου 2023 που ενσωμάτωνε στοιχεία της ουκρανικής ειρηνευτικής φόρμουλας, διαθέτουν πολιτική
αλλά όχι νομική δεσμευτικότητα. Το Συμβούλιο Ασφαλείας παρέμεινε παράλυτο λόγω
του ρωσικού βέτο.
Η παρατήρηση αυτή αναδεικνύει ένα διαρθρωτικό πρόβλημα του υφιστάμενου
συστήματος συλλογικής ασφάλειας: σε περιπτώσεις όπου ο επιτιθέμενος είναι
μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας, οι θεσμικοί μηχανισμοί αδρανοποιούνται
ακριβώς εκεί που θα έπρεπε να λειτουργήσουν αποτελεσματικότερα. Το αποτέλεσμα
είναι ότι οποιαδήποτε συμφωνία εξαρτάται αποκλειστικά από την πολιτική βούληση
των μερών και κυρίως από τη βούληση εκείνου που έχει τα περισσότερα να κερδίσει
από την έλλειψη δέσμευσης.
Το έλλειμμα αυτό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα στο πλαίσιο του νομικού
διλήμματος που θέτει η συγκεκριμένη σύγκρουση. Αφενός, κάθε ειρηνευτική
συμφωνία που θα περιελάμβανε εδαφικές παραχωρήσεις υπό τις τρέχουσες συνθήκες
θα ήταν νομικά άκυρη σύμφωνα με το άρθρο 52 VCLT. Αφετέρου, η ίδια η ακυρότητα
αυτή μπορεί να λειτουργήσει ως τροχοπέδη στη διπλωματία, καθώς αφαιρεί από το
θιγόμενο κράτος τη δυνατότητα να αξιοποιήσει νομικώς ρήτρες μιας συμφωνίας. Το
δίλημμα δεν επιλύεται εύκολα: ενώ η επίκληση της ακυρότητας προστατεύει την
κανονιστική τάξη, η εφαρμογή της στην πράξη απαιτεί λειτουργικούς θεσμικούς
μηχανισμούς, οι οποίοι, στην παρούσα συγκυρία, απουσιάζουν ή παρακάμπτονται. Η
κρίση αυτή αντικατοπτρίζει τη βαθύτερη αδυναμία ενός συστήματος που εξαρτά την
αποτελεσματικότητά του από τη βούληση εκείνων που πλέον επιδιώκουν να το
αποδυναμώσουν.
Διαπραγμάτευση ως αποκάλυψη
Η αποτυχία των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων για την Ουκρανία
αποκαλύπτει τα όρια της σύγχρονης διπλωματίας υπό συνθήκες κανονιστικής
διάβρωσης. Οι διαπραγματεύσεις λειτούργησαν κυρίως ως πεδίο αναδιανομής ισχύος
και, στην περίπτωση της αμερικανικής εμπλοκής υπό τον Τραμπ, ως διαδικασία που
αντιμετώπισε την ειρήνη με όρους συναλλαγής. Έτσι, η ειρήνη αποσυνδέθηκε
σταδιακά από τις αρχές του διεθνούς δικαίου και περιορίστηκε στη διαχείριση των
αποτελεσμάτων του πολέμου. Η εξέλιξη αυτή αφορά άμεσα τους πληθυσμούς των
κατεχόμενων εδαφών. Οι εδαφικές παραχωρήσεις δεν σημαίνουν μόνο μεταβολές
συνόρων, αλλά εγκατάλειψη ανθρώπων σε καθεστώτα κατοχής, ματαίωση της
επιστροφής εκτοπισμένων και νομιμοποίηση τετελεσμένων που επιβλήθηκαν με τη
βία.
Εδώ έγκειται και η βαθύτερη παράμετρος που αναδύεται από την εξέταση των
διαπραγματεύσεων για την Ουκρανία. Η σύγκρουση μεταξύ της επιτακτικής ανάγκης
για τερματισμό της σύγκρουσης και της διατήρησης των θεμελιωδών κανόνων που
συγκροτούν τη διεθνή νομιμότητα. Όσο περισσότερο η ειρηνευτική διαδικασία
αποδέχεται, ρητά ή σιωπηρά, τα αποτελέσματα στρατιωτικής επιθετικότητας ως
αφετηρία διαπραγμάτευσης, τόσο περισσότερο απειλούνται τα ίδια τα όρια του
αποδεκτού στο διεθνές σύστημα. Η διολίσθηση αυτή λειτουργεί αναδρομικά: κάθε
παραχώρηση αναπλαισιώνει αναδρομικά τις προηγούμενες ως «ρεαλιστικές»,
διευρύνοντας σταδιακά τη ζώνη ανοχής της επιθετικότητας. Στο τέλος αυτής της
διαδικασίας δεν βρίσκεται μόνο μια άδικη και πιθανώς προσωρινή ειρήνη, αλλά και
ένα διεθνές σύστημα στο οποίο ενισχύεται ο κίνδυνος η χρήση βίας να
επανεγγραφεί ως αποδεκτό μέσο διαμόρφωσης της πολιτικής πραγματικότητας.
