Πέμπτη 14 Μαΐου 2026

Δύο Σύνοδοι Κορυφής και η απατηλή «Στιγμή της Ευρώπης» | ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ

* Γιάννης Γούναρης, Δικηγόρος, LLM LondonSchool of Economics, διδάκτωρ Νομικής Πανεπιστημίου Αθηνών– H ανάλυση περιλαμβάνεται στο33ο Δελτίο Διεθνών & Ευρωπαϊκών Εξελίξεων του Ινστιτούτου ΕΝΑ

Λευκωσία, Ερεβάν και μία κομψή εμφάνιση υπό τη λάμψη ένδοξων ερειπίων

Η Ευρώπη των Διασκέψεων, αυτός ο αέναος κύκλος ρητορικής χωρίς κάποιο αξιοσημείωτο αποτέλεσμα, συνεχίστηκε τις τελευταίες εβδομάδες με ένα ακόμα τρίπτυχο: την άτυπη Σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στη Λευκωσία (23-24 Απριλίου), τη Σύνοδο Κορυφής της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Κοινότητας στο Ερεβάν (4 Μαΐου) και την κοινή εμφάνιση Μακρόν-Μητσοτάκη στη Ρωμαϊκή Αγορά της Αθήνας. Τρία διαφορετικά όμορφα σκηνικά, με το ίδιο όμως έργο, από το οποίο ελάχιστα θα κρατούσε κανείς, πλην όσων παρακολουθούν εκ του σύνεγγυς τα ευρωπαϊκά πράγματα.

Στη Λευκωσία, οι ηγέτες της ΕΕ συγκεντρώθηκαν για να συζητήσουν το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο και τηγεωπολιτικήκατάσταση. Το αποτέλεσμα, αφενός, ήταν να επιβεβαιωθεί ότι, για ακόμα μία φορά, υπάρχει σοβαρή διχογνωμία ως προς τα δημοσιονομικά της ΕΕ, κάτι πουεντούτοις ούτε πρωτοφανές είναι, ούτε ιδιαίτερα ανησυχητικό, καθώς μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο ότι μέχρι το τέλος της διαδικασίας θα έχει βρεθεί, όπως πάντα, μια συμβιβαστική λύση.Διαφορετική –αλλά αναμενόμενη–ήταν η εικόνα στο γεωπολιτικό σκέλος, όπου, πέραν της τυπικής (μετά την άρση του ουγγρικού βέτο) έγκρισης του «δανείου» 90 δισεκατομμυρίων  ευρώ προς την Ουκρανία –χωρίς όμως σημαντικές λεπτομέρειες, όπως από πού θα αντληθούν τα κονδύλια και με ποιο χρονοδιάγραμμα θα εκταμιευθούν–,υπήρξαν οι συνήθεις γενικόλογες διαπιστώσεις για την ανάγκη «στρατηγικής αυτονομίας» και «ενότητας» απέναντι στις κρίσεις και μια επιφανειακή και μάλλον  ακαδημαϊκής αξίας αναφορά στη ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής του άρθρου 42.7 της Συνθήκης τη Λισαβόνας, η οποία –εσφαλμένα, καθώς η ΕΕ δεν είναι στρατιωτική συμμαχία– παραλληλίζεται με το άρθρο 5 της Συνθήκης του ΝΑΤΟ.

Λίγες μέρες αργότερα, στο Ερεβάν της Αρμενίας, η σύνοδος Κορυφής της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Κοινότητας –ενός σχήματος επίτηδες άτυπου, πνευματικού τέκνου του Γάλλου προέδρου Μακρόν, με τη φιλοδοξία να εξελιχθεί στο κατεξοχήν ανοικτό στρατηγικό φόρουμ της ηπείρου που θα συμπλήρωνε την ΕΕ– πέρασε μάλλον απαρατήρητη και αναλώθηκε σε μια άσκηση πρόσδεσης της Αρμενίας (ενόψει εκλογών στη χώρα αυτή του Καυκάσου) στο άρμα της ΕΕ και, αντιστοίχως, απαγκίστρωσής της από τη σφαίρα επιρροής της Μόσχας, η επιτυχία ή μη της οποίας μένει να φανεί, πλην όμως δύσκολα θα έλεγε κανείς ότι πρόκειται για το μείζον ζήτημα που θα έπρεπε να απασχολεί τις ευρωπαϊκές ηγεσίες αυτή τη στιγμή.

Μεταξύ των δύο Συνόδων είχε μεσολαβήσει η κοινή εμφάνιση Μακρόν - Μητσοτάκη με φόντο τα εμβληματικά μεν, ερείπια δε, της  Ρωμαϊκής Αγοράς των Αθηνών, μια συμβολική επιλογή, το υποσυνείδητο μήνυμα της οποίας μάλλον δεν ήταν αυτό που είχαν κατά νου οι διοργανωτές.

Ο Γάλλος πρόεδρος, με τη γαλατική ευφράδεια που, αν μη τι άλλο, τον χαρακτηρίζει, έκλεισε τον κύκλο τωνπαρεμβάσεών του για το Ευρωπαϊκό Πεπρωμένο στον ίδιο τόπο όπου τον είχε ανοίξει σχεδόν μια δεκαετία πριν, με την περίφημη ομιλία του στην Πνύκα το 2017, επαναλαμβάνοντας τις ίδιες ακριβώς διαπιστώσεις: η ώρα της Ευρώπης είναι τώρα, η ήπειρος είναι αντιμέτωπη με τρεις δυνάμεις που τη βλέπουν ανταγωνιστικά (ΗΠΑ, Κίνα, Ρωσία), είναι άμεση ανάγκη να «ξυπνήσει και να μετατραπεί σε στρατηγικά αυτόνομη γεωπολιτική δύναμη», πρέπει να εστιάσει «στην παραγωγή και αγορά ευρωπαϊκών προϊόντων, ιδίως στον τομέα της τεχνολογίας», η αξιοπιστία του ΝΑΤΟ στην κλασική ευρωατλαντική του μορφή τίθεται εν αμφιβόλω λόγω της αυτοκρατορικής αναδίπλωσης των Αμερικανών και, συνεπώς, επείγει η ενίσχυση του ευρωπαϊκού πυλώνα της Συμμαχίας, ενός ευρω-ΝΑΤΟ.

Το χειρότερο με τις κατά καιρούς τοποθετήσεις του Μακρόν δεν είναι ότι έχει άδικο. Αντιθέτως, έχει απόλυτο δίκιο, και μάλιστα θα έλεγε κανείς ότι είναι ο μόνος Ευρωπαίος ηγέτης που εννοεί κάπως αυτά που λέει. Το πρόβλημα είναι ότι μεταξύ των δύο πανομοιότυπων ομιλών του στην Αθήνα μεσολάβησαν όντως σχεδόν δέκα έτη, χωρίς την παραμικρή απόδειξη ότι η Ευρώπη διαθέτει τη συλλογική βούληση ή τη στρατηγική συνοχή να υλοποιήσει τις διακηρύξεις, σε μια συγκυρία όπου οι πραγματικές αποφάσεις για το μέλλον του πλανήτη λαμβάνονται αλλού. Ο ίδιος δεν είναι άμοιρος ευθυνών για αυτή την επική αποτυχία. Και σίγουρα δεν βοηθά την κατάσταση το γεγονός ότι βρίσκεται πια στο λυκόφως της μέτριας πολιτικής του σταδιοδρομίας, ούτε ότι οι ηγέτες των άλλων δύο έτερων κρατών-μελών του Ε3, ο Βρετανός Στάρμερ και ο Γερμανός Μερτς, είναι (επιβεβαιωμένα μέσω τοπικών εκλογών) οι πιο αντιδημοφιλείς, αναξιόπιστοι και αδύναμοι στη μεταπολεμική ιστορία των χωρών τους.

H ευρωπαϊκή κυριαρχία πέρα από την εύκολη ρητορική: MissionImpossible?

Η συνεχής ανακύκλωση αυτών των συναντήσεων των Ευρωπαίων ηγετών και ο διάλογός τους με τον εαυτό τουςλειτουργεί πλέον σαν ψυχοθεραπευτικό τελετουργικό: δίνει την εντύπωση δράσης, ενώ συγκαλύπτει την ουσιαστική αδράνεια και την περιθωριακή θέση της Ευρώπης στον διεθνή συσχετισμό ισχύος του 21ου αιώνα. Όσο πιο δυνατά μιλούν οι Ευρωπαίοι για την κυριαρχία τους, τόσο περισσότερο εμφανές γίνεται το κενό αυτής.

Η ρητορική περί «ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας» έχει γίνει το αγαπημένο μάντρα των Βρυξελλών, αλλά και των εθνικών πρωτευουσών: γεωπολιτική ισχύς, βιομηχανική αναγέννηση, ενεργειακή ανεξαρτησία, ψηφιακή κυριαρχία. Όμορφες φράσεις που δεν σημαίνουν απολύτως τίποτε όσο η Ευρώπη –από αδυναμία ή/και από επιλογή–παραμένει δομικά εξαρτημένη σε κάθε κρίσιμο πεδίο. Και όταν γίνεται λόγος για εξάρτηση, εννοείται η εξάρτηση από τις ΗΠΑ.

Ενδεικτικά, στον τομέα της ενέργειας, μετά την αυτοκτονική απόφαση των Ευρωπαίων να κάψουν ενθουσιωδώς όλες τις γέφυρες με τη Ρωσία, η Γερμανία –η πρώτη βιομηχανική δύναμη της ηπείρου– πληρώνει ακριβά το τέλος της εποχής του φθηνού ρωσικού αερίου, το οποίο ήταν ασφαλώς και αυτό μια μορφή εξάρτησης, από τη στιγμή που συγχρόνως εγκαταλείφθηκε η πυρηνική ενέργεια, οι (περιορισμένοι, αλλά υπαρκτοί) ευρωπαϊκοί υδρογονάνθρακες παρέμειναν ανεκμετάλλευτοι, ενώ ούτε οι αναγκαίες επενδύσεις στην  περίφημη οικονομία του υδρογόνου ή στον εξηλεκτρισμό της βιομηχανίας και της αυτοκίνησης προχώρησαν, με αποτέλεσμα η απόσταση από την Κίνα να είναι πλέον σχεδόν αδύνατο να καλυφθεί. Η Ευρώπη εξαρτάται ολοκληρωτικά από το πανάκριβο (όχι μόνο από οικονομικής απόψεως) αμερικανικό LNG, οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες κλείνουν ή μεταναστεύουν σωρηδόν πέραν του Ατλαντικού για να αποφύγουν τους δασμούς του Τραμπ. Η δε Πράσινη Συμφωνία της ΕΕ, πριν εγκαταλειφθεί κι αυτή άδοξα, επιτάχυνε την αποβιομηχάνιση, χωρίς να εξασφαλίσει αξιόπιστες εναλλακτικές πηγές.

Στην τεχνολογία και την ψηφιακή σφαίρα, η εξάρτηση από τους αμερικανικούς τεχνολογικούς κολοσσούς είναι ακόμα πιο βαθιά και επικίνδυνη. Από τα λειτουργικά συστήματα, τις υπηρεσίεςcloud, τις πλατφόρμες πληρωμών και τις μηχανές αναζήτησηςμέχρι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και την τεχνητή νοημοσύνη, η Ευρώπη ζει και αναπνέει μέσα σεαμιγώς αμερικανική ψηφιακή υποδομή. Υποθετικά μιλώντας, μια στοχευμένη διακοπή ή ένας περιορισμός υπηρεσιών από τηSiliconValleyθα προκαλούσε κατάρρευση των ευρωπαϊκών δημόσιων διοικήσεων και οικονομιών μέσα σε ώρες, επιστρέφοντας την ήπειρο στη Λίθινη Εποχή πολύ πιο γρήγορα και αποτελεσματικά από τις αμερικανικές βόμβες που πέφτουν στο Ιράν. Οι όποιες –γαλλικές, παρεμπιπτόντως– προσπάθειες για μετάβαση σε ευρωπαϊκά λειτουργικά συστήματα ανοιχτού λογισμικού, ευρωπαϊκές υποδομέςcloud και εναλλακτικές πλατφόρμες πληρωμών παραμένουν αποσπασματικές, ασυντόνιστες, αργοκίνητες και διστακτικές. Κυρίως, απουσιάζουν οι τεράστιες επενδύσειςκαιη πολιτική βούληση να αντιμετωπιστεί το ζήτημα ως υπαρξιακό και σε στρατηγικό βάθος, καθώς η έστω μερική ανάκτηση της ευρωπαϊκής ενεργειακής, τεχνολογικής και βιομηχανικής κυριαρχίας είναι ζήτημα ετών ή και δεκαετιών, προϋποθέτει δε προθυμία να πληρωθεί το σημαντικό πολιτικό, οικονομικό και τεχνολογικό κόστος που απαιτείται για να σπάσει αυτή η εξάρτηση. Αντ’ αυτού, οι Ευρωπαίοι έχουν την ψευδαίσθηση ότι μπορούν να τιθασεύσουν, μέσω της έκδοσης εξαντλητικών κανονισμών, τεχνολογίες και μέσα που οι ίδιοι δεν παράγουν.

Όσο διαρκεί αυτή η κατάσταση, σε συνδυασμό με την απουσία ενός στρατηγικού οράματος για το τι είναι και τι θέλει η Ευρώπη στον ρευστό, πολυκεντρικό κόσμο του 21ου αιώνα,κανένα ReArm Europeδεν θα αλλάξει το εκπεσόνstatusτης προνομιούχου, αλλά ολοένα και λιγότερο σπουδαίας,επαρχίαςτου αμερικανικού Imperium. Το οποίο βρίσκεται ήδη στη διαδικασία αναδιαμόρφωσης των παγκόσμιων ζωνών επιρροής ενόψει της συνάντησης Τραμπ – Σι, χωρίς να λησμονείται ότι έχει ήδη προηγηθεί η συνάντηση Τραμπ – Πούτιν.

Εν κατακλείδι, η Ρωσία δείχνει να αντιλαμβάνεται ότι σε αυτόν τον νέο κόσμο, και η ίδια δεν θα είναι παρά ο ελάσσων εταίρος του διδύμου DragonBear,και ίσως έτσι πρέπει να ερμηνευθεί το ρητορικό άνοιγμα Πούτιν σε μια επαναπροσέγγιση με την Ευρώπη, μετά την ευκταία λήξη του ουκρανικού πολέμου. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν αναφορές ότι και οι Ευρωπαίοι αναζητούν διαδρόμους απευθείας διαλόγου με τη Μόσχα, καθώς και την προσωπικότητα που θα αναλάβει τη θέση του διαπραγματευτή. Ίσως αυτό να είναι μία πρώτη –αμυδρή και αμφίβολη– θετική ένδειξη.