Πέμπτη 2 Απριλίου 2026

Η πόλεμος στη Μέση Ανατολή και η κρίση του καθεστώτος απαγόρευσης της χρήσης βίας |ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ


* Κωνσταντίνα Οικονόμου, Διεθνολόγος, επισκέπτρια ερευνήτρια του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης & Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου – Hανάλυση περιλαμβάνεται στο θεματικό Δελτίο Διεθνών & Ευρωπαϊκών Εξελίξεων του Ινστιτούτου ΕΝΑ «Ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή: γεωπολιτικές ανατροπές και οικονομικές συνέπειες»

Οι επιθέσεις της 28ης Φεβρουαρίου 2026, με τις οποίες Ηνωμένες Πολιτείες και Ισραήλ έπληξαν καίριους στόχους στην Τεχεράνη, σκοτώνοντας τον Ανώτατο Ηγέτη Αλί Χαμενεΐ και ανώτατα στελέχη του ιρανικού στρατιωτικού μηχανισμού, σηματοδότησαν την έναρξη μιας ανοιχτής στρατιωτικής αντιπαράθεσης. Προκάλεσαν άμεσες ανταποδοτικές ενέργειες από το Ιράν κατά του Ισραήλ, αμερικανικών βάσεων και κρίσιμων υποδομών στον Περσικό Κόλπο, οδηγώντας σε μια επικίνδυνη κλιμάκωση. Έναν μήνα μετά, αυτό που ξεκίνησε ως αιφνιδιαστικό πλήγμα έχει παγιωθεί σε μια παρατεταμένη αντιπαράθεση χωρίς σαφή διέξοδο. Η διπλωματία φαίνεται αναποτελεσματική στο να επιλύσει το ζήτημα, ενώ η βία επιδεινώνει μια ήδη επιβαρυμένη κατάσταση παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων εντός του Ιράν. Ωστόσο, πέρα από τις άμεσες γεωπολιτικές και ανθρωπιστικές διαστάσεις, τα γεγονότα αυτά εγείρουν ένα θεμελιώδες ερώτημα: τι σηματοδοτούν για τη λειτουργία ενός από τους κεντρικότερους κανόνες του σύγχρονου διεθνούς συστήματος, την απαγόρευση της χρήσης βίας;

Η απαγόρευση αυτή αποτελεί τον πυρήνα της μεταπολεμικής διεθνούς έννομης τάξης. Αν και η πρώτη απόπειρα γενικής απαγόρευσης του πολέμου εντοπίζεται στο, κανονιστικά πρωτοποριακό αλλά θεσμικά ανεπαρκές, Σύμφωνο Kellogg–Briand του 1928, η πραγματική κανονιστική της εδραίωση επήλθε μετά το 1945 με τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Το άρθρο 2(4) καθιερώνει μια σαφή και γενική απαγόρευση της χρήσης ή απειλής χρήσης βίας κατά της εδαφικής ακεραιότητας ή της πολιτικής ανεξαρτησίας οποιουδήποτε κράτους. Η ρύθμιση αυτή σηματοδότησε μια ιστορική τομή: ο πόλεμος έπαψε να αποτελεί νόμιμο εργαλείο άσκησης κρατικής πολιτικής. Η αρχή αυτή, ωστόσο, δεν είναι απόλυτη. Ο Χάρτης προβλέπει δύο αυστηρά περιορισμένες εξαιρέσεις. Πρώτον, τη χρήση βίας στο πλαίσιο συλλογικών μέτρων ασφάλειας κατόπιν εξουσιοδότησης του Συμβουλίου Ασφαλείας× δεύτερον, το εγγενές δικαίωμα ατομικής ή συλλογικής άμυνας σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 51. Η δεύτερη αυτή εξαίρεση έχει ερμηνευθεί παραδοσιακά στενά: προϋποθέτει είτε την ύπαρξη πραγματικής ένοπλης επίθεσης είτε, κατά μια πιο διευρυμένη, αλλά ακόμη περιοριστική προσέγγιση, την ύπαρξη άμεσης και επικείμενης απειλής.

Η χρήση βίας και τα όρια της αυτοάμυνας

Υπό αυτό το πρίσμα, οι επιθέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ κατά του Ιράν εγείρουν σοβαρά ζητήματα ασυμβατότητας με το jusadbellum. Η επίκληση του άρθρου 51 προϋποθέτει, κατά πάγια ερμηνεία, την ύπαρξη ένοπλης επίθεσης ή, κατ’ εξαίρεση, μιας άμεσης και επικείμενης απειλής τέτοιας επίθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν διαπιστώνεται ούτε εν εξελίξει ένοπλη επίθεση εκ μέρους του Ιράν, ούτε κατάσταση άμεσης επικείμενης απειλής, που να μπορεί να ενεργοποιήσει το δικαίωμα αυτοάμυνας. Ακόμη και υπό την πλέον διευρυμένη εκδοχή της προληπτικής αυτοάμυνας, η νομιμότητα της χρήσης βίας προϋποθέτει σωρευτικά την ύπαρξη πρόθεσης επίθεσης, επιχειρησιακής δυνατότητας υλοποίησής της και, κυρίως, την αναγκαιότητα άμεσης δράσης λόγω ενός τελευταίου παραθύρου αποτροπής. Καμία από τις προϋποθέσεις αυτές δεν φαίνεται να πληρούται, ιδίως εάν συνυπολογισθεί ότι, κατά δήλωση του Προέδρου Τραμπ τον Ιούνιο του 2025, οι πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν «έχουν εξουδετερωθεί πλήρως», γεγονός που αντιφάσκει ευθέως με την επίκληση άμεσης και επικείμενης απειλής. Η επίκληση μιας αόριστης μελλοντικής απειλής, συνδεόμενης με το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης ή με τη γενικότερη περιφερειακή της επιρροή, δεν επαρκεί για να θεμελιώσει άμεση επικείμενη απειλή κατά το διεθνές δίκαιο. Αντιθέτως, η μετατόπιση από την έννοια της άμεσης επίθεσης προς την πρόληψη δυνητικών κινδύνων συνιστά υπέρβαση των ορίων της αυτοάμυνας και, κατ’ επέκταση, αποδυνάμωση της ίδιας της κανονιστικής δομής που το άρθρο 2(4) επιχειρεί να διασφαλίσει.

Παράλληλα, η στρατιωτική απάντηση του Ιράν, με επιθέσεις κατά του Ισραήλ και αμερικανικών εγκαταστάσεων σε κράτη του Κόλπου, εγείρει σοβαρά ζητήματα νομιμότητας, τόσο υπό το jusadbellum όσο και υπό το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο. Αν και το Ιράν μπορεί καταρχήν να επικαλεστεί το δικαίωμα αυτοάμυνας, η άσκησή του υπόκειται στους περιορισμούς της αναγκαιότητας, της αναλογικότητας και της σύνδεσης με την πηγή της επίθεσης, γεγονός που καθιστά προβληματικές τις επιθέσεις σε τρίτα κράτη που δεν φαίνεται να εμπλέκονται στην αρχική επίθεση. Επιπλέον, η έκταση και ο τρόπος διεξαγωγής των επιχειρήσεων, ιδίως σε σχέση με πλήγματα σε μη στρατιωτικούς στόχους εντός του Ισραήλ, εγείρουν ζητήματα συμβατότητας με τις αρχές της διάκρισης και της αναλογικότητας. Εντέλει, η ιρανική απάντηση, παρότι εντάσσεται καταρχήν στο πλαίσιο της αυτοάμυνας, φαίνεται να υπερβαίνει τα νομικά της όρια, αναδεικνύοντας μια ευρύτερη τάση διεύρυνσης του δικαιώματος αυτοάμυνας πέραν των κανονιστικών του περιορισμών.

Οι πρόσφατες εξελίξεις δεν συνιστούν απλώς αλληλουχία παραβιάσεων, αλλά ενδείξεις μιας βαθύτερης μετατόπισης: της διεύρυνσης των ορίων της αυτοάμυνας και, μέσω αυτής, της αποδυνάμωσης της απαγόρευσης της χρήσης βίας. Η σχέση μεταξύ του άρθρου 2(4) και του άρθρου 51 είναι δομική, ως σχέση κανόνα και εξαίρεσης. Όταν η εξαίρεση επεκτείνεται ώστε να καλύπτει αόριστες ή μελλοντικές απειλές, παύει να λειτουργεί περιοριστικά και μετατρέπεται σε μηχανισμό νομιμοποίησης της χρήσης βίας. Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι μόνο η παραβίαση του διεθνούς δικαίου, αλλά η ερμηνευτική του αναδιάρθρωση: η αυτοάμυνα μετατοπίζεται από αντίδραση σε άμεση απειλή σε εργαλείο διαχείρισης κινδύνων, μετασχηματίζοντας εκ των έσω το jusadbellum. Η εξέλιξη αυτή δεν συνιστά κατάρρευση της διεθνούς έννομης τάξης, αλλά σύμπτωμα βαθύτερων συστημικών μεταβολών, που αντανακλούν τον επαναπροσδιορισμό της διεθνούς πολιτικής και των όρων άσκησης της βίας. Η ερμηνευτική αυτή προσέγγιση αποτυπώνεται σταθερά στη νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου, ήδη από την υπόθεση Nicaragua (1986) και έως τις πλέον πρόσφατες αποφάσεις και γνωμοδοτήσεις του, οι οποίες επιβεβαιώνουν τον περιοριστικό χαρακτήρα του δικαιώματος αυτοάμυνας.

Η κρίση της διεθνούς τάξης και τα όρια του διεθνούς δικαίου

Η δυναμική αυτή συνδέεται άμεσα με την κρίση της φιλελεύθερης διεθνούς τάξης. Ο Χάρτης του ΟΗΕ διαμορφώθηκε εξαρχής υπό την ηγεμονία των νικητών του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και, για δεκαετίες μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η διεθνής πολιτική πλαισιωνόταν από φιλελεύθερα προτάγματα, στα οποία η νομιμότητα, ο πολυμερής συντονισμός και η θεσμική εγκυρότητα κατείχαν κεντρική θέση. Η μεταψυχροπολεμική ηγεμονία των Ηνωμένων Πολιτειών δεν στηριζόταν μόνο στην υλική υπεροχή, αλλά στην ικανότητά τους να εντάσσουν την άσκηση ισχύος σε ένα κανονιστικό πλαίσιο που καθιστούσε τη δράση τους αποδεκτή. Η ισχύς εξασφάλιζε συμμόρφωση, αλλά η νομιμότητα παρήγαγε συναίνεση. Ακόμη και όταν ισχυρά κράτη ενεργούσαν μονομερώς, επιδίωκαν να εντάξουν τις ενέργειές τους σε ένα αφήγημα νομιμότητας, καθώς η επίκληση του διεθνούς δικαίου αποτελούσε αναγκαίο στοιχείο πολιτικής νομιμοποίησης. Αν και παρόμοιες αποκλίσεις υπήρχαν και στο παρελθόν, η σταδιακή εγκατάλειψη αυτού του πλαισίου, ιδίως κατά την τελευταία δεκαετία, επιταχύνει μια ποιοτική μεταβολή. Η αμερικανική εξωτερική πολιτική, ήδη από την πρώτη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ και εντονότερα στη συνέχεια, απομακρύνθηκε από τη ρητορική της φιλελεύθερης ηγεμονίας και επανέφερε στο προσκήνιο μια πιο άμεση αντίληψη της διεθνούς πολιτικής, όπου η ισχύς και το εθνικό συμφέρον υπερισχύουν των κανονιστικών δεσμεύσεων. Καθώς η αξιοπιστία του κανονιστικού αυτού πλαισίου διαβρώνεται, λόγω της απόκλισης μεταξύ κανονιστικών αξιώσεων και κρατικής πρακτικής, της ενίσχυσης εναλλακτικών κέντρων ισχύος, αλλά και της αυξανόμενης τάσης του ίδιου του ηγεμονικού δρώντος να το αμφισβητεί ή και να το απορρίπτει ως ξεπερασμένο, η νομιμοποίηση της χρήσης βίας μετατοπίζεται από τη συμμόρφωση με τους κανόνες στην επίκληση της στρατηγικής αναγκαιότητας. Έτσι, η «υποκρισία» που χαρακτήριζε συχνά την επίκληση της νομιμότητας μετασχηματίζεται σε μια πιο άμεση επίκληση της αναγκαιότητας, καθιστώντας εμφανέστερο τον διαρκή ρόλο της ισχύος πίσω από τους κανόνες.

Σε αυτό το πλαίσιο, η διάκριση μεταξύ του νόμιμου και του «παράνομου αλλά θεμιτού», η οποία αναδείχθηκε με ιδιαίτερη ένταση κατά την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ το 2003, αποκτά εκ νέου κεντρική σημασία. Η χρήση βίας μπορεί να αναγνωρίζεται ως νομικά προβληματική, αλλά να παρουσιάζεται ως πολιτικά ή ηθικά αναγκαία. Παράλληλα, η αρχή της αυτοσυντήρησης αναδεικνύεται σε υπέρτατο κριτήριο κρατικής δράσης, υπερισχύοντας πρακτικά των περιορισμών που θέτει το διεθνές δίκαιο. Η κυριαρχία επανανοηματοδοτείται ως δικαίωμα επιβίωσης και επιβολής, ακόμη και εις βάρος κανονιστικών δεσμεύσεων. Μέσα σε αυτό το μεταβαλλόμενο περιβάλλον, η χρήση βίας παύει να αποτελεί απλώς ένα ακραίο μέσο και αρχίζει να επανανοηματοδοτείται ως στοιχείο αποτελεσματικής κρατικής συμπεριφοράς. Η επιθετικότητα ως προληπτική και αποφασιστική χρήση ισχύος για τη διαμόρφωση στρατηγικών συνθηκών τείνει να αναδειχθεί σε ιδιότυπη αρετή της διεθνούς πολιτικής. Σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης αβεβαιότητας και ανταγωνισμού, η ικανότητα και η βούληση για χρήση βίας εκλαμβάνονται ως δείκτες αξιοπιστίας και ισχύος.

Η εξέλιξη αυτή δεν συνεπάγεται το τέλος του διεθνούς δικαίου, όπως συχνά υποστηρίζεται στη δημόσια ρητορική το πρόσφατο διάστημα, ούτε συνιστά μια ποιοτικά νέα τομή. Ήδη από τη δεκαετία του 1970 επισημαινόταν ότι η απαγόρευση της χρήσης βίας υφίσταται σημαντική διάβρωση, λόγω της απόκλισης μεταξύ του κανονιστικού πλαισίου και των στρατηγικών επιδιώξεων των κρατών, ιδίως των μεγάλων δυνάμεων. Συνεπώς, το διεθνές δίκαιο, ως ένα μη ιεραρχικό σύστημα στο οποίο η κανονιστικότητα συνδιαμορφώνεται με την ισχύ, ούτε σήμερα έχει πάψει να ρυθμίζει τη διεθνή πολιτική. Η πλειονότητα των κρατών εξακολουθεί να συμμορφώνεται με τον κανόνα της απαγόρευσης χρήσης βίας και να αρθρώνει τις θέσεις της εντός του υφιστάμενου νομικού πλαισίου. Ωστόσο, η λειτουργία του μετασχηματίζεται υπό το βάρος της πρακτικής των ισχυρότερων δρώντων. Υπό το πρίσμα αυτό, η απαγόρευση της χρήσης βίας εξακολουθεί να υφίσταται ως τυπικός και κανονιστικά ισχυρός κανόνας, όμως, η πρακτική αποτελεσματικότητά της καθίσταται όλο και περισσότερο εξαρτημένη από τις επιλογές και την ερμηνευτική ευχέρεια των ισχυρών κρατών.

Η δυναμική αυτή καθίσταται ιδιαίτερα εμφανής όταν εξετάζεται μέσα από συγκεκριμένα περιστατικά χρήσης βίας. Η περίπτωση των επιθέσεων κατά του Ιράν το 2026 δεν αποτελεί, επομένως, μια απλή απόκλιση από τον κανόνα, αλλά μια συμπυκνωμένη έκφραση της ευρύτερης αναδιάταξης στη σχέση μεταξύ δικαίου και ισχύος. Λειτουργεί ως ενδεικτικό παράδειγμα μιας κατάστασης στην οποία η κανονιστική ισχύς του άρθρου 2(4) υποχωρεί έναντι της ερμηνευτικής ευχέρειας και της επίκλησης στρατηγικής αναγκαιότητας. Υπό αυτή την έννοια, η αποδυνάμωση της απαγόρευσης της χρήσης βίας δεν συνιστά κατάρρευση, αλλά αποκάλυψη: αναδεικνύει τα δομικά όρια ενός κανονιστικού συστήματος του οποίου η αποτελεσματικότητα εξαρτιόταν ανέκαθεν από συγκεκριμένες πολιτικές και ιστορικές συνθήκες και το οποίο σήμερα αναπροσαρμόζεται σε ένα περιβάλλον μεταβαλλόμενων ισορροπιών ισχύος. Στο πλαίσιο αυτό, παρατηρείται τόσο σε επίπεδο ρητορικής όσο και σε επίπεδο πρακτικής μια σταδιακή υποβάθμιση του διεθνούς δικαίου από τους ισχυρότερους δρώντες, ενώ μεσαίες και μικρές δυνάμεις είτε συνεχίζουν να προσφεύγουν σε αυτό ως πηγή κανονιστικής προστασίας, είτε το επικαλούνται στον βαθμό που δεν συγκρούεται με τις στρατηγικές τους ευθυγραμμίσεις. Η εξέλιξη αυτή εντείνει την ασυμμετρία στην εφαρμογή των κανόνων και θέτει υπό αμφισβήτηση τη δυνατότητα του διεθνούς δικαίου να λειτουργεί ως καθολικό πλαίσιο ρύθμισης, μετατρέποντάς το ολοένα και περισσότερο σε πεδίο διαφοροποιημένης και άνισης κανονιστικότητας.

Σε αυτό το πλαίσιο, εάν η τρέχουσα συγκυρία συνιστά πράγματι μια φάση μετα-ηγεμονικής αναδιάταξης, η σταδιακή απομάγευση από το διεθνές δίκαιο και η επανεμφάνιση της ωμής δύναμης ως προνομιακού εργαλείου πολιτικής ενδέχεται να αποδειχθούν χιμαιρικές. Η προσδοκία ότι η απελευθέρωση από κανονιστικούς περιορισμούς μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερη ασφάλεια παραγνωρίζει το γεγονός ότι, σε ένα περιβάλλον πολλαπλών και ανταγωνιστικών κέντρων ισχύος, η απουσία κοινών κανόνων δεν ενισχύει την ελευθερία δράσης, αλλά εντείνει την αβεβαιότητα και την αστάθεια.