Ο Ερντογάν υπέρμαχος των
απανταχού μουσουλμάνων
Σε αυτή την εξέλιξη, που
έλαβε χώρα πριν από περίπου τέσσερις εβδομάδες, ο Τούρκος ηγέτης κράτησε μια
επιφυλακτική στάση, τουλάχιστον δημόσια. Από τη μια πλευρά, στήριξε –στη
θεωρία–τον μουσουλμανικό κόσμο, που δοκιμάζεται. Απευθυνόμενος κυρίως σε
ακροατήριο εντός κομματικών και εθνικών τειχών, σε ομιλία του στην
κοινοβουλευτική του ομάδα στις 11 Μαρτίου τόνισε ότι «εμείς δεν έχουμε μια
θρησκεία σουνιτισμού ή σιιτισμού. Εμείς έχουμε μία θρησκεία. Αυτή είναι το
Ισλάμ. Από όποιο έθνος και να είμαστε, αυτό που μας ενώνει, o κοινός μας
παρονομαστής, είναι το Ισλάμ. Πριν από τις αιρέσεις μας, πριν από την καταγωγή
μας, όλοι μας είμαστε άνθρωποι και μουσουλμάνοι». Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον
ότι, κλείνοντας, ο Τούρκος πρόεδρος έκανε αναφορά στην κοινότητα όλων των μουσουλμάνων,
την ούμα. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι «ιδιαίτερα αυτή την περίοδο πρέπει να
αγκαλιάσουμε την έννοια της ummah, που σημαίνει “παιδιά της ίδιας μητέρας”».
Επομένως,πάνω από έθνη και γεωγραφικά σύνορα,η επίκληση γίνεται από τον Τούρκο
ηγέτη στο Ισλάμ, το οποίο αυτή την περίοδο πλήττεται από τον «εχθρό», ο οποίος
βέβαια ορίζεται κυρίως από το Ισραήλ. Ο πρόεδροςΕρντογάν ζήτησεεπαγρύπνηση από
τους πιστούς και, θεωρητικά τουλάχιστον, αποπειράθηκε να εμψυχώσει και να
συσπειρώσει γύρω του τους μουσουλμάνους όλων των δογμάτων που κατοικούν στην
ευρύτερη περιοχή που δέχεται επίθεση από «τους σιωνιστές».
Αυτές οι δηλώσεις, πέρα από
το κομματικό και εθνικό του ακροατήριο που έχει σαφείς θρησκευτικές
προσλαμβάνουσες, απευθύνθηκαν και στους υπόλοιπους μουσουλμάνους, παραβλέποντας
εθνικές καταγωγές και κρατικά σύνορα, καθώς οι σχέσεις Τουρκίας – Ιράν υπήρξαν
κυρίως εξισορροπητικές –έως και ανταγωνιστικές– όλα τα χρόνια της διακυβέρνησης
Ερντογάν, διατηρώντας ισορροπίες, όπου αυτές ήταν αμοιβαία επωφελείς,
προκειμένου να διατηρείται το statusquo και κυρίως προκειμένου να παραμένουν
υπό αυστηρό κρατικό εκατέρωθεν έλεγχο οι κουρδικοί πληθυσμοί που βρίσκονται
στις περιοχές των συνόρων των δύο χωρών.Άρα, ο Τούρκος πρόεδρος δεν πρόκειται
ως υπέρμαχος της ούμα να συνδράμει το κράτος που πλήττεται×συμπονά και στηρίζει μόνο τον μουσουλμανικό πληθυσμό–
προς το παρόν. Γι’ αυτό –και βέβαια και για να μην προκαλέσει τη μήνι του
προέδρου Τραμπ–διακήρυξε ότι «σε καμία περίοδο της ιστορίας μας δεν πέσαμε σε
παγίδες και δεν πρόκειται να το κάνουμε ούτε σήμερα. Με ψυχραιμία, προσοχή και
σεβασμό στις σχέσεις καλής γειτονίας [είμαστε αποφασισμένοι] η χώρα να μείνει
εκτός αυτού του κύκλου φωτιάς». Έχει,επίσης, ενδιαφέρον ότι για την τουρκική
κυβέρνηση ο πόλεμος αυτός είναι σαν να διεξάγεται από το Ισραήλ και μόνο,
υπαινισσόμενη μάλλον ότι οι ΗΠΑ, που επίσης μετέχουν και σηκώνουν το μεγαλύτερο
οικονομικό βάρος λόγω αυτού, έχουν πέσει στις παγίδες που αναφέρθηκαν παραπάνω.
Ο Τούρκος πρόεδρος έχει προσέξει η κριτική του να στραφεί αποκλειστικά και μόνο
εναντίον του Ισραήλ και όχι εναντίον του προέδρου Τραμπ.
Με την εξαίρεση των Κούρδων
Φαίνεται πάντως ότι και σε
αυτή την πολιτική «προσοχής και σεβασμού» η τουρκική κυβέρνηση πιθανότατα έθεσε
κάποια όρια, σε μια προσπάθεια να περιχαρακώσει όσα είχε κερδίσει έναντι των
Κούρδων στη Συρία και στο εσωτερικό της χώρας το προηγούμενο διάστημα. Έτσι,
αφού ο πρόεδρος Τραμπφαίνεται αρχικά να συζήτησε για αμερικανική αεροπορική
κάλυψη και υποστήριξη σε αντικαθεστωτικούς Ιρανούς Κούρδους, προκειμένου να
αναλάβουν τον έλεγχο περιοχών της δυτικής ιρανικής επικράτειας, καιήρθε σε
επαφή με τους ηγέτες της Πατριωτικής Ένωσης του Κουρδιστάν (PUK)
ΜπαφέλΤαλαμπανί και του Κουρδικού Δημοκρατικού Κόμματος (KDP) ΜασούντΜπαρζανί,
στη συνέχεια ανέκρουσε πρύμναν και δήλωσε ότι
«δεν θέλω οι Κούρδοι να μπουν μέσα. Δεν θέλω να δω Κούρδους να παθαίνουν
κακό, να σκοτώνονται. Έχουμε πολύ φιλικές σχέσεις με τους Κούρδους, όπως
γνωρίζετε, αλλά δεν θέλουμε να κάνουμε αυτόν τον πόλεμο πιο περίπλοκο απ’ όσο
είναι ήδη». Πιθανότατα, εκτός από τον χαρακτήρα του ίδιου του προέδρου Τραμπ,
σε αυτή την…αλλαγή πλεύσης να έπαιξε ρόλο και ένα τουρκικό βέτο, καθώς η
κυβέρνηση Ερντογάν δεν θα ήθελε σε καμία περίπτωση να αντιμετωπίσει
ξανάενισχυμένο από τις ΗΠΑ τον κουρδικό παράγοντα στην περιοχή, με εξοπλισμό,
αναβαθμισμένο στρατιωτικό ρόλο και πολιτική ατζέντα.
Ο διαμεσολαβητικός ρόλος
Η τήρηση αυτή της «θετικής
ουδετερότητας» της Τουρκίας ως προς τις ΗΠΑ και τις πολεμικές τους επιχειρήσεις
φαίνεται πως βγάζει σταδιακά την πρώτη από τη δύσκολη θέση στην οποία είχε
περιέλθει μέχρι πρότινος. Ο Αμερικανός πρόεδρος έσπευσε να εξάρει τη στάση
Ερντογάν, χαρακτηρίζοντάς τον «μεγάλο ηγέτη», για να δικαιολογήσει τον
χαρακτηρισμό με την εξήγηση ότι «οι Τούρκοι ήταν φανταστικοί, έμειναν έξω από
πράγματα από τα οποία τους είπαμε να μείνουν μακριά», αντιδιαστέλοντας την
τουρκική συμμόρφωση στα δικά του κελεύσματα με τους «άλλους» συμμάχους που «δεν
ήταν εκεί». Ο πρόεδρος Τραμπ προειδοποίησε ευρωπαϊκές χώρες που διαχώρισαν τη
θέση τους και δεν συμμετείχαν στην επίθεση ΗΠΑ – Ισραήλ στο Ιράν (από τη στιγμή
που το Άρθρο 5 περί συλλογικής άμυνας του ΝΑΤΟ δεν εφαρμόστηκε στον πόλεμο
αυτό) ότι «δεν τους χρειαζόμαστε, αλλά δεν μας βοήθησαν όταν τους
χρειαζόμασταν. Και αυτό θα τους κοστίσει ακριβά». Προς το παρόν, ακριβά κοστίζει
στην παγκόσμια οικονομία –της αμερικανικής συμπεριλαμβανομένης– η συγκεκριμένη
πολεμική επιχείρηση και έτσι δικαιολογείται και η σπουδή να επιτευχθεί κάποιου
είδους εκεχειρία, στην διαμεσολαβητική διαδικασία της οποίας φαίνεται ήδη να
παίζει ρόλο η Τουρκία. Οπότε και δρομολογήθηκε η συνάντηση της 29ης και 30ής
Μαρτίου των ΥΠΕΞ του Πακιστάν, της Σαουδικής Αραβίας, της Αιγύπτου και της
Τουρκίας στο Ισλαμαμπάντ (είχε αρχικά ζητηθεί να συναντηθούν στην
Τουρκία),προκειμένου να συζητήσουν για τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή.
Είναι σαφές ότι οι συνεχείς
προσπάθειες του Ισραήλ με τις πολιτικές Νετανιάχουνα επιφέρει όσο μεγαλύτερα
και περισσότερα πλήγματα μπορεί όχι μόνο στο Ιράν αλλά και στον Λίβανο, η
εκμετάλλευση της ευκαιρίας για μεταβολές συνόρων, ενώ εξακολουθεί η συστηματική
ισοπέδωση της Γάζας, η επέκταση των εποικισμών, οι διωγμοί εις βάρος των
Παλαιστινίων με επιθέσεις σε αμάχους, εξαφανίσεις προσώπων κ.λπ.έχουν
καταστήσει το Ισραήλ του Νετανιάχου αποσταθεροποιητικό παράγοντα και έχουν
θορυβήσει, όπως είναι αναμενόμενο,τα κράτη της περιοχής, φέρνοντας πιο κοντά
στην Τουρκία την Αίγυπτο, τις αραβικές χώρες κ.λπ. Έτσι δικαιολογούνται
δηλώσεις του Ερντογάνότι«η κυβέρνηση Νετανιάχου δεν στοχεύει μόνο τον γείτονά
μας το Ιράν, αλλά υλοποιεί βήμα προς βήμα τα σχέδιά της για την κατάληψη και
του Λιβάνου» και η πεποίθησή του ότι «αν και είναι ο πόλεμος του Ισραήλ, το
βαρύ τίμημα αυτού του πολέμου το πληρώνουν πρώτα οι μουσουλμάνοι και στη
συνέχεια ολόκληρη η ανθρωπότητα».Εφόσον ευοδωθούν οι επαφές και προχωρήσει η εκεχειρία
με το Ιράν, είναι πολύ πιθανό η Τουρκία να αναλάβει έναν πιο σημαντικό ρόλο
στην επόμενη φάση, καθώς είναι μουσουλμανική χώρα, γειτνιάζει –και μάλιστα σε
μεγάλο ποσοστό– με το Ιράν και είναι αναγνωρισμένος συνομιλητής της
αμερικανικής κυβέρνησης, οπότε μπορεί να λειτουργήσει ως ενδιάμεσος,
μεσολαβητής και ρυθμιστής καταστάσεων, όπως έχει κάνει και στο παρελθόν.
Η συμμετοχή της Ελλάδας
Η απόφαση της ελληνικής
κυβέρνησης να λειτουργήσει ως προβλέψιμος εταίρος έναντι των ΗΠΑ –και κατ’
επέκταση του Ισραήλ– έφερε ως αποτέλεσμα τη συμμετοχή της Ελλάδας στις
πολεμικές επιχειρήσεις μέσω της κατάρριψης ιρανικών πυραύλων από ελληνικούς
Patriot στη Σαουδική Αραβία. Ενδεχομένως η συμμετοχή αυτή να έχει ως αποτέλεσμα
την θετικότερη αντιμετώπιση της χώρας μας από τις ΗΠΑ. Ωστόσο, αν αναλογιστεί
κανείς πως στις προτεραιότητες της αμερικανικής κυβέρνησης αυτή τη στιγμή
πρυτανεύει το οικονομικό –πρωτίστως– συμφέρον της ως υπερδύναμης και στη
συνέχεια οι συμμαχίες της με γνώμονα τη χρησιμότητά τους στην ίδια και τους
σκοπούς της, ίσως είναι αφελές η ελληνική κυβέρνηση να πιστεύει ότι αυτή η
θετική αντιμετώπιση θα είναι αρκετή όταν θα συγκριθεί με «χρησιμότερους» στη
συγκυρία συμμάχους της υπερδύναμης με τους οποίους η Ελλάδα και η Κύπρος έχουν
διαφορές. Επιπλέον, έχει σημασία για κάθε χώρα –και ιδιαίτερα για τις
χώρες-μέλη της ΕΕ που έχουν προσχωρήσει στην Ένωση με βάση ορισμένες κοινά
αναγνωρισμένες αρχές και αξίες– να μην επικαλούνται το διεθνές δίκαιο adhoc και
κατά περίπτωση (κοινώς, μόνο στις περιπτώσεις που τις αφορά και τις
εξυπηρετεί), καθώς σε αυτή την περίπτωση ένα ήδη αποδυναμωμένο επιχείρημα για
την «εποχή Τραμπ» καθίσταται ακόμη ασθενέστερο.

