Δευτέρα 27 Απριλίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΑΠΟ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ, ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ (Πρξ 6,1-7) “Οὐκ ἀρεστόν ἐστιν ἡμᾶς καταλείψαντας τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ διακονεῖςν τραπέζαις”


Στὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα καταγράφεται ἕνα περιστατικὸ ἀπὸ τὴν ζωὴ τῆς πρώτης Ἐκκλησίας. Ἀξίζει νὰ τὸ δοῦμε ἀναλυτικά.

Οἱ χριστιανοὶ στὰ Ἰεροσόλυμα ἐφαρμόζανε τὰ πρῶτα χρόνια τὴν κοινοκτημοσύνη. Στὴν πρᾶξι εἶχαν κοινὰ τραπέζια, στὰ ὁποῖα παρακά-θονταν ὅλοι καὶ τρώγανε ἀπὸ κοινοῦ, οἱ δὲ ἀπόστολοι ὑπηρετοῦσαν τοὺς πιστούς. Στὴν ἀρχὴ ἦσαν λίγοι, ἀλλ’ ὅσο περνοῦσε ὁ καιρὸς οἱ πιστοὶ ὅλο καὶ πλήθαιναν καὶ γίνονταν πολλοί. Αὐτὴ ἡ πληθυσμιακὴ αὔ-ξησις τῶν πιστῶν δημιούργησε προβλήματα στὴν καθημερινὴ φροντίδα. Καὶ ὡς φαίνεται δὲν προλάβαιναν οἱ ἀπόστολοι νὰ ἐξυπηρετοῦν ὅλους, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀρχίσουν κάποιοι νὰ παραπονοῦνται καὶ νὰ γογγύ-ζουν. Γράφει τὸ κείμενο· “Πληθυνόντων τῶν μαθητῶν ἐγένετο γογγυσμὸς τῶν Ἑλληνιστῶν πρὸς τοὺς Ἑβραίους, ὅτι παρεθεωροῦντο ἐν τῇ διακο-νίᾳ τῇ καθημερινῇ αἱ χῆραι αὐτῶν”.

Πρὶν δοῦμε τὸ ἴδιο τὸ πρόβλημα, θεωρῶ κατάλληλη τὴν εὐκαιρία νὰ τονισθῆ ἕνα πολὺ σημαντικὸ γεγονός, ὅτι δηλαδὴ ἡ ἴδια ἡ ἁγία Γραφὴ ἀπὸ μόνη της πιστοποιεῖ τὴν ἐγκυρότητά της. Ὑπογραμμίζω ὅτι ἡ ἁγία Γραφὴ δὲν ἀποκρύπτει οὔτε ὡραιοποιεῖ τὰ ἀδύνατα σημεῖα καὶ τὰ προ-βλήματα ποὺ δημιουργήθηκαν στὴν πορεία της Ἐκκλησίας μέσα στὸν κό-σμο. Καταγράφει τὰ γεγονότα μὲ μηδὲν συναίσθημα, ὅπως συμβαίνουν. Καταγράφει τὴν ἀλήθεια. Παρουσιάσθηκε, ὅπως σημειώνει τὸ σημερινὸ ἀνάγνωσμα, κάποιο πρόβλημα στὴν ζωὴ τῆς πρώτης Ἐκκλησίας. Τὸ πρό-βλημα λύθηκε ἄμεσα καὶ ἄρα θὰ μποροῦσε νὰ μὴν καταγραφῆ καθόλου. Τὸ πρόβλημα ἀναδεικνύει ἀνθρώπινη ἀδυναμία καὶ μικροπρέπεια. Καὶ ὅμως ἡ ἁγία Γραφὴ τὸ καταγράφει, δὲν τὸ ἀποσιωπᾶ. Ἀπὸ τὴν καταγρα-φὴ τοῦ γεγονότος διπλὸ εἶναι τὸ ὄφελος. Κατὰ πρῶτον πιστοποιεῖται ἡ ἐγκυρότητα τῆς Γραφῆς, καὶ κατὰ δεύτερον, ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο λύθη-κε τὸ πρόβλημα ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους γίνεται ἀσφαλὴς ὁδηγὸς γιὰ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο πρέπει νὰ ἐπιλύωνται τὰ ἀνακύπτοντα παρόμοια προβλήματα στὸ μέλλον.

Στὴν οὐσία πρόκειται γιὰ καταγγελία ὅτι στὰ τραπέζια, ὅπου καθημε-ρινὰ τρώγανε ὅλοι μαζί οἱ πρῶτοι χριστιανοί, γίνονταν ἀδικίες στὴν κα-τανομὴ φαγητοῦ. Κάποιες χῆρες, αὐτὲς ποὺ προέρχονταν ἀπὸ τοὺς Ἑλλη-νιστές, μπορεῖ νὰ μένανε νηστικές. Ὁ “γογγυσμός” καὶ ἡ ἔκφρασις παρα-πόνων δὲν ἔχουν θέσι στὴν Ἐκκλησία, ποὺ εἶχαι χῶρος ἀνοχῆς, ὑπομο-νῆς, ἀγάπης. Φαίνεται ὅμως ὅτι τὸ παράπονο ἦταν βάσιμο, διότι ἀμέσως οἱ δώδεκα θέλησαν νὰ τὸ ἀντιμετωπίσουν. Καί, παρ’ ὅλο ποὺ εἶχαν τὴν ἁρμοδιότητα καὶ ἐξουσία νὰ χειρίζωνται τὰ διάφορα θέματα μόνοι τους, αὐτοὶ λειτουργοῦν κατὰ τρόπο ἀπόλυτα, θὰ λέγαμε σήμερα, δημοκρατι-κό. Ἔτσι κάλεσαν τοὺς πιστοὺς σὲ σύναξι. Πρῶτα τοὺς ἐνημέρωσαν γιὰ τὸ πρόβλημα, καὶ μετὰ πρότειναν νὰ ὑπάρξη μία ἀπὸ κοινοῦ ἀπόφασις. Εἶναι πολὺ σημαντικὸ ὅτι συμφώνησαν ὅλοι οἱ πιστοὶ μὲ τὴν πρότασι τῶν μαθητῶν. Γράφει τὸ κείμενο· “Καὶ ἤρεσεν ὁ λόγος ἐνώπιον παντὸς τοῦ πλήθους”.

Ποιὰ ἦταν ἡ πρότασις τῶν μαθητῶν ἡ ὁποία ἄρεσε σὲ ὅλο τὸ πλῆθος; Οἱ ἀπόστολοι εἶπαν ἀρχικὰ ὅτι δὲν εἶναι σωστὸ αὐτοὶ νὰ σταματήσουν τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ διακονοῦν στὰ τραπέζια. Γίνεται φανερὸ ἀπὸ τὸν λόγο αὐτὸν ὅτι οἱ ἀπόστολοι οἱ ἴδιοι ἔκαναν τὸν τραπεζοκόμο. Αὐτὸ δὲν εἶναι βεβαίως καὶ ἀσφαλῶς οὔτε κακὸ οὔτε ὑποτιμητικό. Εἶναι σύμ-φωνο μὲ τὴν διδασκαλία τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ εἶναι εἰς βάρος τῆς διδασκα-λίας. Διέθεταν ὅλο τὸν χρόνο στὴν ὑπηρεσία τῶν τραπεζῶν. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀρεστὸ νὰ γίνεται εἰς βάρος τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Γιὰ νὰ ὑπάρχει χρόνος στὴν διάθεσι τῶν ἀποστόλων γιὰ κήρυγμα καὶ διακονία τοῦ λό-γου, πρέπει κάποιοι ἄλλοι νὰ ἀναλάβουν τὴν ὑπηρεσία τῶν τραπεζῶν, ὥστε αὐτοὶ νὰ ἀσχολοῦνται μὲ τὸν λόγο. Προτείνουν οἱ ἀπόστολοι στοὺς πιστοὺς νὰ συσκεφθοῦν καὶ νὰ διαλέξουν ἑπτὰ ἄνδρες ποὺ νὰ ἔχουν Πνεῦμα ἅγιο καὶ σοφία, ἱκανοὺς νὰ ἀναλάβουν τὸ συγκεκριμένο ἔργο. Μετὰ τὴν ἐκλογὴ τῶν ἑπτὰ ἀνδρῶν οἱ ἀπόστολοι θὰ τοὺς τοποθετήσουν στὴν ὑπηρεσία. Ἔτσι θὰ μπορέσουν οἱ ἴδιοι νὰ ἀσχοληθοῦν μὲ τὴν προ-σευχὴ καὶ διακονία τοῦ λόγου.

Ὑπογραμμίζεται κατὰ πρῶτον ὅτι οἱ ἀπόστολοι δὲν ἀποφασίζουν ἀπὸ καθέδρας, ἀλλὰ καλοῦν τὸν πιστὸ λαὸ νὰ ἀποφασίση τὴν ἐκλογὴ τῶν ἑπτὰ ἀνδρῶν. Αὐτοὶ ποὺ θὰ ἀναλάβουν τὸ ἔργο πρέπει νὰ εἶναι “πλήρεις Πνεύματος Ἁγίου καὶ σοφίας”. Νὰ εἶναι ἄνδρες καὶ ὄχι γυναῖκες. Καὶ τὰ προσόντα αὐτὰ νά “μαρτυροῦνται”, νὰ ἐπιβεβαιώνωνται δηλαδή, ἀπὸ ὅλους τοὺς πιστούς. Τὸ πλῆθος τῶν πιστῶν ἔκανε δεκτὴ τὴν πρότασι μὲ ἐνθουσιασμό, “καὶ ἐξελέξαντο” τοὺς ἐπτὰ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι εἶναι γνωστοὶ ὡς οἱ πρῶτοι ἑπτὰ διάκονοι. Τοὺς ἔφεραν ἀνώπιον τῶν ἀποστόλων, καὶ αὐτοί “προσευξάμενοι ἐπέθηκαν αὐτοῖς τὰς χεῖρας”. Ἔγινε κανονικὴ χειροτονία γιὰ νὰ ἀναλάβουν ἔργο διακονίας μέσα στὴν Ἐκκλησία.

Σὲ ὅλα τὰ παραπάνω βλέπομε ὅτι τὸ κύριο ἔργο τῶν ἀποστόλων, ἄρα καὶ τῶν διαδόχων τους, τῶν σημερινῶν κληρικῶν, εἶναι ἡ προσευχὴ καὶ ἡ διακονία τοῦ λόγου. Καὶ σὲ καμμία περίπτωσι δὲν μπορεῖ νὰ ὑποκατα-σταθῆ ἀπὸ τὰ συσσίτια. Τὰ συσσίτια εἶναι καλὰ καὶ ἀναγκαῖα, ἀλλὰ μποροῦν νὰ τὰ κάνουν καὶ ἄλλοι. Τὴν προσευχὴ καὶ τὴν διακονία τοῦ λόγου δὲν μπορεῖ νὰ τὴν κάνη κανένας ἄλλος, παρὰ μόνον οἱ ἀπόστολοι καὶ οἱ διάδοχοί τους. Κοινωνικὸ ἔργο μπορεῖ νὰ κάνη καὶ τὸ ὑπουργεῖο κοινωνικῆς πρόνοιας, ἢ ἄλλοι φορεῖς εὐαισθητοποιημένοι μπροστὰ στὸν ἀνθρώπινο πόνο, ἀλλὰ ἁγιασμό, σωτηρία, λύτρωσι, ἄφεσι ἁμαρτιῶν, μό-νον οἱ κληρικοὶ μποροῦν νὰ προσφέρουν, καὶ νὰ ὁδηγήσουν τοὺς πι-στοὺς στὴν θέωσι.  Ἡ προσευχή, δηλαδὴ τὰ μυστήρια, καὶ ἡ διδαχὴ εἶναι τὸ πρῶτο καὶ κύριο ἔργο, τὰ ὑπόλοιπα ἀκολουθοῦν. Βεβαίως αὐτὰ δὲν πρέπει νὰ παραθεωροῦνται, διότι δὲν εἶναι ἔξω ἀπὸ τὶς ποιμανικὲς ὑπο-χρεώσεις. Προηγοῦνται ὅμως πάντα ἡ “προσευχὴ καὶ ἡ διακονία τοῦ λόγου”. Οἱ ἀπόστολοι ζήτησαν βοηθοὺς στὸ κοινωνικὸ ἔργο, καὶ ἐκλέ-χθηκαν οἱ διάκονοι, γιὰ νὰ καλύψουν τὶς ὑλικὲς ἀνάγκες τῶν πιστῶν. Οἱ ἴδιοι, ἀπαλλαγμένοι ἀπὸ καθήκοντα κοινωνικοῦ ἔργου, ἐπιδίδονται, “προσκαρτεροῦν”, στὸ κύριο καὶ ἀποκλειστικὸ ἔργο τῆς προσευχῆς καὶ διακονίας τοῦ λόγου. Αὐτὸ ἔκαναν οἱ ἀπόστολοι, διότι αὐτὸ “ἤρεσεν ἐνώπιον τοῦ πλήθους” καὶ ἄφησαν ἔτσι ὡς ὑπόδειγμα τὶς κατευθυντήριες γραμμὲς τοῦ ἀποστολικοῦ ἔργου, ποὺ πρέπει νὰ ἀκολουθοῦν πάντα ὅσοι ἀναλαμβάνουν αὐτὸ τὸ ἀποστολικὸ ἔργο.