* Γιάννης Γούναρης, δικηγόρος, LLM London School of Economics, διδάκτωρ Νομικής Πανεπιστημίου Αθηνών– Η ανάλυση περιλαμβάνεται στο νέο Δελτίο Διεθνών & Ευρωπαϊκών Εξελίξεων του Ινστιτούτου ΕΝΑ
Ο ρεαλιστής φεντεραλιστής κύριος Ντράγκι
Στις 2 Φεβρουαρίου 2026, στο Πανεπιστήμιο της Λουβέν ο Μάριο Ντράγκι
αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας με μία ομιλία που χαρακτηριζόταν από την ψυχρή
ακρίβεια ενός τραπεζίτη: η Ευρώπη κινδυνεύει να καταστεί ταυτόχρονα υποτελής
και εξαρτημένη, διαιρεμένη και αποβιομηχανοποιημένη. Η φιλελεύθερη
μεταψυχροπολεμική νέα τάξη πραγμάτων είναι νεκρή και η ήπειρος δεν μπορεί πλέον
να επιβιώσει ως οικονομικός γίγαντας,αλλά πολιτικός νάνος. Πολύ περισσότερο
όταν δεν είναι καν ο οικονομικός γίγαντας που ήταν κάποτε.
Η λύση που πρότεινε ο Ντράγκι είναι η μετάβαση από τη συνομοσπονδία στη
γνήσια ομοσπονδία. Εκ πρώτης όψεως, αυτό δεν διαφέρει από την κλασική θέση των
ευρωπαϊστών για «περισσότερη και καλύτερη Ευρώπη». Ωστόσο, ο Ντράγκι δεν
προτείνει μία ιδεαλιστική Ευρωπαϊκή Ουτοπία, καθώς αναγνωρίζει ότι οι συνθήκες
για κάτι τέτοιο είναι «για την ώρα» ανύπαρκτες -και έτσι θα παραμείνουν. Ο
δικός του φεντεραλισμός είναι ρεαλιστικός – αυτό που ο ίδιος ονόμασε pragmatic
federalism.
Πρόκειται για μια σταδιακήπορεία που αναγνωρίζει τις πολιτικές
δυσκολίες, τις διαφορετικές ταυτότητες και προτεραιότητες των κρατών-μελών.Στο
επίκεντρο βρίσκονταιδιάφοροι συνασπισμοί των προθύμων – ομάδες ευρωπαϊκών
χωρώνεντός της ΕΕ, αλλά και, κατά περίπτωση, εκτός αυτής που είναι έτοιμες να
προχωρήσουν άμεσα σε κοινές πρωτοβουλίες σε στρατηγικούς τομείς, όπως η
εξωτερική πολιτική και η άμυνα, η βιομηχανική πολιτική, η ενέργεια και η
τεχνολογία. Η ένταξη σε αυτές τις κοινές πρωτοβουλίες είναι εθελοντικήκαι η
αποχή σεβαστή (opt-in/opt-out).Η ευέλικτη, διαφοροποιημένη ολοκλήρωση επιτρέπει
να μην απαιτείται ηομόφωνη συμμετοχή όλων των σημερινών κρατών-μελών, αλλά ούτε
να αποκλείεται κάποιο από αυτά: προχωρούν όσοι μπορούν και θέλουν,
δημιουργώντας κοινά διαχειριστικά όργανα με πραγματική εξουσία λήψης αποφάσεων.
Ο Ντράγκι επιμένει ότι αυτή η διαδικασία δεν υποτάσσει κανένα κράτος στη
βούληση των άλλων, αλλά σπάει το αδιέξοδο του ελάχιστου κοινού παρονομαστή που
τελικά δεν ικανοποιεί κανέναν. Ηδημοκρατική νομιμοποίηση χτίζεται μέσα από
εθνικές αποφάσεις πάνω σε συγκεκριμένους, κοινά αποδεκτούς στόχους και
projects, οδηγώντας σε χειροπιαστά αποτελέσματα. Η ολοκλήρωση δεν
επιβάλλεταιάνωθέν μέσω εξαντλητικής και ομοιόμορφης κανονιστικής ρύθμισης, αλλά
προκύπτει ως συνισταμένη των διαφόρων επιμέρους ομαδοποιήσεων. Και μόνοναφού
διαμορφωθεί η αναγκαία νομιμοποίηση εκ του αποτελέσματος (outputlegitimacy)
μπορεί να ακολουθήσει η δημιουργία τυπικών ομοσπονδιακών θεσμών. Τούτο όμως δεν
είναι υποχρεωτικό: για τον Ντράγκι, αυτός ο defactoφεντεραλισμός δεν είναι
ιδεολογική προτίμηση, αλλά αναγκαιότητα επιβίωσης. Ωστόσο, μπορεί τελικά να
αποδειχτεί η βέλτιστη λύση, όχι προσωρινή και ανάγκης.
Η σκιά του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε
Όταν, το φθινόπωρο του1994, ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και ο Καρλ Λάμερς
δημοσίευαν το υπόμνημά τους για την Ευρώπη του Πυρήνα (Kerneuropa),η Γερμανία
είχε μόλις επανενωθεί, ο Ψυχρός Πόλεμος είχε λήξει, η Ρωσία του Γιέλτσιν
βρισκόταν σε κατάσταση ημιδιάλυσης και η διεύρυνση της ΕΕ προς Ανατολάς φάνταζε
ως εκπλήρωση ενός ιστορικού πεπρωμένου, ως μετενσάρκωση της DrangNachOsten. Οι
δύο Χριστιανοδημοκράτες πολιτικοί πρότειναν τότε έναν στενό πυρήνα πέντε
ιδρυτικών κρατών – Γερμανία, Γαλλία, Βέλγιο, Benelux – που θα προχωρούσε
ταχύτερα σε πολιτική ένωση, κοινή εξωτερική πολιτική και άμυνα, λειτουργώντας
ως μαγνήτης για την υπόλοιπη ήπειρο. H ιδέα είχε παρουσιαστεί σαν μία
ρεαλιστική αλλά και οραματική σκέψη: η Ευρώπη έπρεπε να εμβαθύνει για να
διευρυνθεί χωρίς να διαλυθεί. Υπό γερμανική ηγεσία, ασφαλώς.
Τριάντα δύο χρόνια αργότερα, η ίδια ιδέα επανέρχεται. Στα τέλη
Ιανουαρίου, ο Γερμανός αντικαγκελάριος και υπουργός οικονομικών Λαρς
Κλίνγκμπαϊλ, με την πλήρη στήριξη του Καγκελαρίου Μερτς, συγκάλεσε σύσκεψη με
τους ομολόγους του από Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Πολωνία και Ολλανδία. Το
αποτέλεσμα ήταν η γέννηση του E6 – ενός άτυπου αλλά ισχυρού πυρήνα που
αντιπροσωπεύει το 70% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ και φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως
προωθητικός κινητήρας μίας «Ευρώπηςδύο
ταχυτήτων»σε κρίσιμους τομείς: αμυντικές επενδύσεις, ενοποίηση κεφαλαιαγορών,
εξασφάλιση πρώτων υλών και ενίσχυση της ευρωπαϊκής οικονομικής και τεχνολογικής
κυριαρχίας.
Η συνέχεια με το όραμα του Σόιμπλε είναι σχεδόν ποιητική. Εκείνος
φοβόταν ότι η διεύρυνση θα ακύρωνε την ολοκλήρωση -και από μία άποψη, είχε
δίκιο. Σήμερα, μία Γερμανία που βρίσκεται και η ίδια σε οικονομική οπισθοχώρηση
βλέπει κάποιους από τους εταίρους της σαν περιττό βάρος που δεν της επιτρέπει
να προχωρήσει όσο γρήγορα θα ήθελε. Μία οπτική κοντόφθαλμη και εσφαλμένη,
βεβαίως, που όμως θα χρωματίζει όλο και περισσότερο τις γερμανικές επιλογές.
Η Ομάδα E6 δεν παρουσιάζεται ως διάσπαση, αλλά επιτάχυνση, ως
μίαπρακτική απάντηση σε έναν κόσμο όπου η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να περιμένει
τους διστακτικούς.Ο Σόιμπλε θα χαμογελούσε ικανοποιημένος. Η Kerneuropa του δεν
πέθανε. Απλώς περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να αναστηθεί, ως ένα
νομιμοποιημένο Ευρωπαϊκό Διευθυντήριο που θα δίνει στα κράτη «δεύτερης
κατηγορίας» μία κυνικά ωμή επιλογή: συμμόρφωση ή περιθωριοποίηση. Υπάρχει μόνο
ένα πρόβλημα: ακόμα και αυτός ο περίφημος Ευρωπαϊκός Πυρήνας κάθε άλλο παρά
συμπαγής είναι, καθώς οι διαφορές, οι ανταγωνισμοί και οι αντιζηλίες μεταξύ των
μελών του αναδεικνύονται με κάθε ευκαιρία.
Το Κύκνειο Άσμα του Εμανουέλ Μακρόν
Στις 26 Σεπτεμβρίου 2017,ένας νεοεκλεγείς Μακρόν ξεδίπλωνε στη Σορβόννη,
με ενθουσιασμό και γαλλικό grandeurτο δικό του φιλόδοξο όραμα για μια «κυρίαρχη
Ευρώπη». Ήταν η στιγμή που η Γαλλία ανακτούσε την πρωτοβουλία στις ευρωπαϊκές
υποθέσεις με ένα κάλεσμα για την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία. Ο κύκλος
άνοιγε με φιλοδοξία και ρητορική αίγλη. Εννέα χρόνια αργότερα, ο κύκλος κλείνει
με μία -ελάχιστα πειστική πλέον- επανάληψη των ίδιων themes, σε μία Ευρώπη που
έχασε όλες τις ευκαιρίες, αποδείχτηκε κατώτερη όλων των περιστάσεων και δεν
θέλει να δει την πραγματικότητα: δύο χαμένες δεκαετίες την έχουν οδηγήσει στο
περιθώριο της νέας διεθνούς αταξίας.
Τον Φεβρουάριο 2026, ο ίδιος Μακρόν, αποδυναμωμένος και εν αναμονή της
εξόδου του από το Μέγαρο των Ηλυσίων, χωρίς να αντιλαμβάνεται το δικό του
μερίδιο ευθύνης για αυτήν την αποτυχία, κήρυξε την Ευρώπη σε «γεωπολιτικό
συναγερμό». Μίλησε για «κινεζικό τσουνάμι» και αμερικανικές προκλήσεις που
προστίθενται στη «ρωσική απειλή», καλώντας σε «ευρωπαϊκή προτίμηση»
(MadeinEurope)σε στρατηγικούς τομείς – AI, κβαντική τεχνολογία, ενεργειακή
μετάβαση, διαστημικές εφαρμογές. Πρότεινε την έκδοση ευρωομολόγων για τη
χρηματοδότηση των αναγκαίων μαζικών επενδύσεων,μία «συνεργατική» πυρηνική
αποτροπή με γαλλική σφραγίδα και απεύθυνε έκκληση αφύπνισης για μια Ευρώπη που
οφείλει να γίνει «ανεξάρτητη δύναμη». Έχοντας σαν παράδειγμα τη Γαλλία,
ασφαλώς.
Το πρόβλημα με τις θέσεις που εκφράζει με συνέπεια ο Μακρόν εδώ και σχεδόν
μία δεκαετία δεν είναι ότι διαφωνεί κανείςμαζί του. Το αντίθετο. Ωστόσο, αυτή
ακριβώς η συνεχής επανάληψη, ιδίως σε συνέχεια ή ενόψει ακόμα μίας ευρωπαϊκής
διχόνοιας ή υποχώρησης και χωρίς να μεταφράζεται σε εφαρμοσμένη πολιτική με
αποτελέσματα, είναι που στερεί από τις θέσεις αυτές τη στοιχειώδη πρακτική
σοβαρότητα. Συν τοις άλλοις, αυτή τη φορά μπορεί κανείς να τις δει σαν ένα
αντίβαρο στην ανανεωμένη γερμανική «προέλαση» που, σε μία σειρά κρίσιμων για το
Παρίσι ζητημάτων, όπως η Συμφωνία Mercosur, τα ευρωομόλογα και το
BuyEuropean,ακυρώνει τη γαλλική πρωτοκαθεδρία στις ευρωπαϊκές υποθέσεις.
Σαν μία απόπειρα να αναλάβει η παραγκωνισμένη Γαλλία το τιμόνι,
προτείνοντας μια Ευρώπη περισσότερο«γαλλική»: προστατευτική, με κοινό χρέος και
στρατηγική αυτονομία, την οποία θα εγγυάται ο γαλλικός στρατός. Η προεδρική
θητεία του Μακρόν κλείνει όπως ξεκίνησε, χωρίς εντυπωσιακά αποτελέσματα, αλλά
με τον ίδιο να απασχολείται μάλλον με το προσωπικό πολιτικό του μέλλον, παρά με
αυτό της ηπείρου.
Σε αναζήτηση της Πολλαπλής Ευρώπης (MultipleEurope)
Εκόντες άκοντες, οι Ευρωπαίοιαρχίζουν να αποδέχονται μερικές δυσάρεστες
αλήθειες: δεν υφίσταται μία και ενιαία Ευρώπη, αλλά ένα ετερογενές σύνολο
εθνών-κρατών με αποκλίνουσες ταυτότητες, συμφέροντα και προτεραιότητες. Οι
χώρες-μέλη της ΕΕ δεν μοιράζονται κοινή εθνική συνείδηση, ούτε τις ίδιες
γεωπολιτικές επιταγές. Συνεπώς, δεν θα προχωρήσουν όλες μαζί. Το μείζον
πολιτικό ζητούμενο της εποχής δεν είναι η ενοποίηση της ηπείρου, αλλά η
λειτουργική διαχείριση της διαφοροποίησης, προκειμένου να μην εξελιχθεί σε
κατακερματισμό. Ωστόσο, η συνειδητοποίηση αυτή δεν είναι απαραίτητα ήττα, αλλά
ενδέχεται, παραδόξως, να δώσει μια κάποια διέξοδο από το σημερινό τέλμα.
Αυτό, όμως, εξαρτάται από το μοντέλο διαφοροποιημένης ολοκλήρωσης που θα
υιοθετηθεί. Εφόσον η Πολλαπλή Ευρώπη δεν είναι μία κλειστή λέσχη ολίγων ισχυρών
και εκλεκτών που θα επιβάλλονται επί των υπολοίπων, αλλά έχει τη μορφή
μιαςκοινήςθεσμικής υποδομής, ανοικτής σε όσα κράτη ενδιαφέρονται να την
αξιοποιήσουν και με σεβασμό της επιλογής όσων επιλέγουν να απέχουν, μπορεί
κανείς να τη δει ως μια θελκτική επιλογή. Τα σχετικά νομικά εργαλεία υπάρχουν
ήδη στις Συνθήκες: ενισχυμένες συνεργασίες, ρήτρες διαφυγής, opt-ins/opt-outs,
εποικοδομητικές αποχές και ούτω καθεξής. Εάν αξιοποιηθούν έξυπνα και καλόπιστα,
μπορούν να αποδώσουν αξιόλογη πρόοδο, χωρίς να απαιτούνται νομικές ακροβασίες
για την παράκαμψη της ομοφωνίας και του εθνικού βέτο. Παράλληλα, διατηρούν τον
συντονιστικό και διαχειριστικό ρόλο των οργάνων της ΕΕ, ιδίως της Επιτροπής,
χωρίς να τη μετατρέπουν σε Ευρωπαϊκή Κυβέρνηση.
Τούτο μπορεί μεν να μην είναι η επιθυμητή εξέλιξη για όσους υποστηρίζουν
-ακόμα- ότι η συγκέντρωση όλο και περισσότερο εξουσιών στις Βρυξέλλες είναι η
μαγική λύση για την ευρωπαϊκή malaise, ενώ
σίγουρα δεν ικανοποιείτους υπέρμαχους μίας κομψής συνταγματοποίησης της
ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Ωστόσο, από την άποψη ενός ορθολογικού δικτύου
συνεργασιών που παράγει θετικά αποτελέσματα για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, αυτό
είναι μάλλον αδιάφορο.
