Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

Η περίπλοκη εξίσωση του Ιράν: αποσταθεροποίηση ή διατήρηση του status quo;


* Αλέξανδρος Παπαμιχαλόπουλος, Υποψήφιος διδάκτωρ, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης & Δημόσιας Διοίκησης ΕΚΠΑ– Η ανάλυση περιλαμβάνεται στο νέο Δελτίο Διεθνών & Ευρωπαϊκών Εξελίξεων του Ινστιτούτου ΕΝΑ

Οι φετινοί εορτασμοί για τα 47 χρόνια από την Ισλαμική Επανάσταση του 1979 βρίσκουν το Ιράν — και ειδικότερα το καθεστώς των μουλάδων — σε βαθιά και πολυεπίπεδη κρίση. Ήδη πριν από τα τέλη του 2025, η κατάρρευση του νομίσματος της χώρας,τουριάλ, είχε οδηγήσει σε μεγάλα κύματα διαδηλώσεων, στα οποία το καθεστώς απάντησε με ακραία μέτρα καταστολής, μαζικές συλλήψεις και χιλιάδες νεκρούς, των οποίων ο εκτιμώμενος αριθμός κυμαίνεται μεταξύ 7.000 και 30.000.

Αν και δεν είναι η πρώτη φορά που το καθεστώς έρχεται αντιμέτωπο με λαϊκή αγανάκτηση ούτε η πρώτη φορά που καταφεύγει σε εκτελέσεις και βίαιη καταστολή είναι ίσως η πρώτη φορά που το Ιράν εμφανίζεται τόσο αποδυναμωμένο, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό.

Πέραν της κοινωνικής και πολιτικής κρίσης, το Ιράν πλήττεται σοβαρά από τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής σε συνδυασμό με τη χρόνια κακοδιαχείριση των υδάτινων πόρων. Η παρατεταμένη ανομβρία και ξηρασία, οι αυξημένες θερμοκρασίες, η άρνηση ενεργοβόρων και υδροβόρων βιομηχανιών να υιοθετήσουν βιώσιμες πρακτικές -όπως οι χαλυβουργίες και τα πετροχημικά- καθώς και ο υπερπληθυσμός της Τεχεράνης, έχουν οδηγήσει την ιρανική κυβέρνηση να εξετάζει ακόμη και το ενδεχόμενο μεταφοράς της πρωτεύουσας. Ο ίδιος ο πρόεδρος Πεζεσκιάν παραδέχθηκε ότι, υπό τις παρούσες συνθήκες, η Τεχεράνη, το Καράτζ, το Καζβίν και οι γύρω περιοχές δεν μπορούν να υποστηρίξουν περαιτέρω πληθυσμιακή αύξηση λόγω της κρίσης ύδατος.

Στο οικονομικό πεδίο, η κατάρρευση της ισοτιμίας ριάλ–δολαρίου και η απώλεια του ιρανικού νομίσματος ως αποθεματικού μέσου αξίας, σε συνδυασμό με αποτυχημένες δημοσιονομικές πολιτικές, χρόνια ελλείμματα και την έμμεση παραγωγή χρήματος που τροφοδοτεί τον πληθωρισμό, έχουν οδηγήσει σε μαζική φυγή κεφαλαίων και σε γενικευμένη οικονομική αποσταθεροποίηση. Η κατάσταση επιδεινώνεται περαιτέρω από τις δυτικές κυρώσεις.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, καθώς και την αποδυνάμωση των φιλοϊρανικών οργανώσεων Χαμάς και Χεζμπολάχ, αλλά και τις εξελίξεις στην εξωτερική πολιτική μετά τον λεγόμενο «Πόλεμο των 12 ημερών», κατά τον οποίο σημαντικό μέρος του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος καταστράφηκε, το Ιράν βρίσκεται σε ιδιαίτερα δυσμενή θέση. Αυτό αποτυπώνεται και στο επίπεδο των συνομιλιών του με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Παρότι στις συνομιλίες στο Ομάν η Τεχεράνη επιχειρεί να περιορίσει την ατζέντα αποκλειστικά στο πυρηνικό της πρόγραμμα, οι ΗΠΑ πιέζουν για τη συμπερίληψη του βαλλιστικού προγράμματος και των σχέσεων του Ιράν με τη Χαμάς και τη Χεζμπολάχ. Πίσω από αυτή τη διεύρυνση της ατζέντας διακρίνεται και η επιρροή του Ισραήλ, το οποίο επιδιώκει, μέσω των ΗΠΑ, να μετατρέψει την ιρανική αναδίπλωση σε στρατηγική αδρανοποίηση.

Καθώς οι περιφερειακές ισορροπίες παραμένουν εύθραυστες ο πρόεδρος Τραμπ έχει αφήσει ανοικτό το ενδεχόμενο περαιτέρω στρατιωτικής πίεσης, όπως η αποστολή δεύτερου αεροπλανοφόρου ή ακόμη και πλήγμα κατά του Ιράν, σε περίπτωση αποτυχίας των συνομιλιών ή συνέχισης της βίαιης καταστολής διαδηλωτών.

Ωστόσο, παρά τις εκκλήσεις στο εσωτερικό για εξωτερική παρέμβαση που θα ανατρέψει το καθεστώς, η όποια ενδεχόμενη ενέργεια επιχειρήσουν οι ΗΠΑ προς αυτή την κατεύθυνση συνοδεύεται από σημαντικές προκλήσεις για τη σταθερότητα της περιοχής.

Αρχικά, το Ιράν παρά τις δυσχέρειες που αντιμετωπίζει παραμένει ένας σημαντικός πυλώνας σταθερότητας στην περιοχή. Εκτός της αποτελεσματικής άσκησης ελέγχου στο εσωτερικό, το Ιράν όπως και οι περισσότερες χώρες της περιοχής παρουσιάζει πληθυσμιακή ανομοιογένεια, η οποία συγκρατείται από την θρησκευτικά προσανατολισμένη ηγεσία του Ιράν. Η κατάρρευση του κράτους θα σήμαινε την κατάρρευση της συγκολλητικής ουσίας που αποσοβεί τις εθνοτικές διαφορές, και πιθανώς και εδαφικές διαμάχες, οδηγώντας σε εντάσεις και συγκρούσεις[1].

Επιπλέον, αν η πτώση του καθεστώτος δεν συνοδευόταν από εθνοτικές εντάσσεις, δεν υπάρχει κάποια ασφαλής υπόθεση ότι δε θα ξεσπούσαν εσωτερικές συγκρούσεις στο εσωτερικό του καθεστώτος. Στους μουλάδες και το διοικητικό πολιτικό προσωπικό πρέπει να συμπεριληφθούν οι Φρουροί της Επανάστασης και ο στρατός ως δυνητικοί μνηστήρες και άρα ως διαμορφωτές της διάδοχης κατάστασης στο Ιράν.

Ακόμα, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο την πτώση του καθεστώτος να ακολουθήσει η ανάδειξη νέου πιο αντιδυτικού  ηγέτη από τον κύκλο των μουλάδων ή των Φρουρών της Επανάστασης που θα δυσχεράνει ακόμα περισσότερο το διάλογο μεταξύ Ιράν και ΗΠΑ, με συνέπειες για την ασφάλεια στην περιοχή.

Επιπροσθέτως, μια πιθανή επέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών, που θα οδηγούσε στην κατάρρευση του Ιράν, θα μπορούσε να εγείρει σημαντικές προκλήσεις για την ασφάλεια της περιοχής αλλά και του διεθνούς συστήματος και εμπορίου αν αναλογιστούμε την στρατηγική του θέση στα στενά του Ορμούζ. Πιο συγκεκριμένα, το Ιράν διαθέτει πυραυλικά συστήματα και πυραύλους των οποίων ο πραγματικός αριθμός παραμένει αδιευκρίνιστος, μη επανδρωμένα αεροσκάφη, υποβρύχια, ταχύπλοα σκάφη και φυσικά πυρηνική τεχνολογία. Δεδομένης της δράσης τρομοκρατικών δικτύων στις παρακείμενες στο Ιράν χώρες, μια πιθανή αποδυνάμωση, αν όχι διάλυση του κράτους, θα επέτρεπε στις ομάδες αυτές να αποκτήσουν τον έλεγχο συμβατικών οπλικών συστημάτων, προκαλώντας ακόμη μεγαλύτερες ανησυχίες επιπλοκές για την παγκόσμια ασφάλεια. Αναμφίβολα παρόμοιες ανησυχίες πρέπει να ληφθούν υπόψιν αναφορικά με την πρόσβαση τρομοκρατικών ομάδων στους ορυκτούς πόρους του Ιράν.

Από την συγκεκριμένη περίπλοκη εξίσωση δεν θα μπορούσαν να απουσιάζουν και οι περιφερειακοί ανταγωνισμοί της περιοχής. Ειδικότερα, η σταθερότητα του Ιράν τη δεδομένη στιγμή εγγυάται τη διατήρηση του statusquo στη Μέση Ανατολή καθώς μια ενδεχόμενη πτώση του θα ενδυνάμωνε ακόμα περισσότερο τη θέση του Ισραήλ, ενώ θα δημιουργούσε προκλήσεις στην Τουρκία δεδομένων των κουρδικών του πληθυσμών και της εδαφικής τους εγγύτητας με τους Κούρδους της Συρίας, και στις χώρες του Κόλπου λόγω των αναταραχών.

Τέλος, δεν πρέπει να παραλειφθεί το γεγονός ότι ακόμα και ως εχθρός το Ιράν εξυπηρετεί τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς προσφέρει έναν ακόμα ιδεολογικό Άλλο πάνω στον οποίο ο πρόεδρος Τραμπ μπορεί να αναφέρεται προκειμένου να παρεμβαίνει επιλεκτικά στην Μέση Ανατολή, και παράλληλα να συσπειρώνει την εκλογική του βάση, ενώ σε περίπτωση επίτευξης συμφωνίας για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν ο Αμερικανός πρόεδρος  μπορεί να την παρουσιάσει ως επιτυχία στο εσωτερικό.

Συνεπώς, ακόμα και αν το Ιράν βρίσκεται σε δύσκολη θέση, η όποια επέμβαση στο καθεστώς χωρίς σοβαρές εναλλακτικές για την επόμενη μέρα δεν εγγυάται ούτε την ασφάλεια ούτε τη σταθερότητα της περιοχής. Η περίπτωση της Λιβύης είναι άκρως διδακτική.

[1] Πιο συγκεκριμένα η πληθυσμιακή σύνθεση του Ιράν είναι η εξής: 61% Πέρσες, 16% Αζέροι, 10% Κούρδοι, 6% Λούροι, 2% Άραβες, 2% Βαλούχοι και 2% Τουρκικά φύλα. Chughtai, Alia, και Mohamed A. Hussein. 2025. “A Simple Visual Guide to Iran and Its People,” Al Jazeera, 20 Ιουνίου 2025. Διαθέσιμοστο:https://www.aljazeera.com/news/2025/6/20/a-simple-visual-guide-to-iran-and-its people#:~:text=Iran%20has%20a%20population%20of%2092%20million%2C,*%20Jews%20(20%2C000)%20*%20Sabean%20Mandeans%20(10%2C000).