* Ηλέκτρα Νησίδου, Πολιτική επιστήμονας, ΜΑ Διεθνής & Ευρωπαϊκή Διακυβέρνηση & Πολιτική – Η ανάλυση περιλαμβάνεται στο νέο Δελτίο Διεθνών & Ευρωπαϊκών Εξελίξεων του Ινστιτούτου ΕΝΑ.
Η Συρία, περισσότερο από μια χώρα που εξέρχεται τυπικά από έναν
μακροχρόνιο πόλεμο, είναι σήμερα ένα γεωπολιτικό σταυροδρόμι, όπου συγκρούονται
στρατηγικές και αντιφατικά συμφέροντα — εσωτερικά, περιφερειακά και διεθνή. Η
περίοδος του καθεστώτος Άσαντ άφησε πίσω της ένα κράτος βαθιά κατακερματισμένο.
Η εκδίωξή του παρουσιάστηκε ως τομή και ως ευκαιρία επανεκκίνησης στα μάτια των
δυτικών κρατών. Η νέα κυβέρνηση εμφανίστηκε ως ανανεωτική δύναμη, υποσχόμενη
αποκατάσταση, σταθερότητα και υπέρβαση του αυταρχικού παρελθόντος — μια αφήγηση
που έγινε δεκτή με εμφανή ανακούφιση από τη Δύση, η οποία έσπευσε να μιλήσει
για «μεταβατική ειρήνη» και επιστροφή στην κανονικότητα. Ωστόσο, πίσω από αυτή
τη ρητορική, αναδύεται μια διαφορετική πραγματικότητα: ένα αυστηρό και ελεγχόμενο
μοντέλο διακυβέρνησης, περιορισμένος πολιτικός χώρος και μια κοινωνία που
καλείται, για ακόμη μία φορά, να προσαρμοστεί χωρίς ουσιαστική συμμετοχή.
Σε αυτό το πλαίσιο, το ερώτημα αν η σημερινή φάση συνιστά ειρήνη ή απλώς
μια αναμονή νέας κλιμάκωσης δεν είναι θεωρητικό· αντανακλά τη βαθιά και δομική
αμφιβολία που χαρακτηρίζει το παρόν και προδιαγράφει το αβέβαιο μέλλον της
χώρας και της ευρύτερης περιοχής. Οι υπογραφείσες συμφωνίες ανάμεσα στην
κεντρική κυβέρνηση της Δαμασκού και τις κουρδικές δυνάμεις παρουσιάζονται ως
βήματα προς ένα υποτιθέμενο καθεστώς σταθερότητας — ως απόπειρες ενσωμάτωσης
θεσμών και ενόπλων σχηματισμών σε ένα κράτος που επιδιώκει να εμφανιστεί
ενιαίο. Όμως αυτή η εικόνα «τάξης» είναι απατηλή. Στα ερείπια των πόλεων και
στις ρωγμές της μεταπολεμικής καθημερινότητας, οι έριδες δεν έχουν σιγήσει.
Αντιθέτως, συνεχίζουν να αναπαράγονται, τροφοδοτούμενες όχι μόνο από τα
αντικρουόμενα συμφέροντα των ίδιων των γηγενών πληθυσμών, αλλά και από τις
διασταυρούμενες επιδιώξεις περιφερειακών και διεθνών δρώντων που εξακολουθούν
να χρησιμοποιούν τη Συρία ως πεδίο προβολής ισχύος.
Σε αυτό το τοπίο, η σύγκρουση δεν διεξάγεται πλέον μόνο με όρους
εσωτερικής αντιπαράθεσης. Τα συριακά εδάφη έχουν μετατραπεί σε σκηνή ενός
ευρύτερου πολέμου δια αντιπροσώπων, όπου η Τουρκία και το Ισραήλ συγκρούονται
έμμεσα, επιδιώκοντας να διασφαλίσουν στρατηγικά πλεονεκτήματα χωρίς να
αναμετρηθούν ανοιχτά. Η Άγκυρα, με το βλέμμα στραμμένο στις κουρδικές δυνάμεις
και στη διαμόρφωση ζωνών επιρροής και ελέγχου στα βόρεια, και το Τελ Αβίβ, με
διαρκείς παρεμβάσεις που στοχεύουν στην ανάσχεση της ιρανικής παρουσίας και τον
ακρωτηριασμό του Λιβάνου, συντηρούν ένα περιβάλλον μόνιμης έντασης. Έτσι, η
Συρία παραμένει όχι μόνο θύμα των εσωτερικών της αντιφάσεων, αλλά και όμηρος
μιας περιφερειακής αντιπαλότητας που ανακυκλώνει την αστάθεια αντί να την
επιλύει.
Αυτή η φαινομενική «ειρήνη» μοιάζει λιγότερο με οριστική αποκλιμάκωση
και περισσότερο με μια εύθραυστη κατάπαυση. Τα βαθύτερα αίτια της σύγκρουσης,
όπως η γεωστρατηγική θέση, οι πηγές πετρελαίου, τα λιμάνια, το Κουρδικό
κ.α., παραμένουν. Πίσω από τις
προσεκτικά σκηνοθετημένες διαπραγματεύσεις, διατηρούνται ανοιχτά μέτωπα
πολιτικής διεκδίκησης: ποιος θα καθορίσει τη μορφή της εξουσίας, ποιος θα
ελέγξει τους πόρους, ποιος θα μιλήσει εξ ονόματος μιας κοινωνίας που εδώ και
χρόνια δεν ερωτάται. Και, τελικά, ποιος θα ορίσει τι σημαίνει «ειρήνη» για έναν
λαό εξαντλημένο, αλλά όχι παραιτημένο.
Για τις κουρδικές κοινότητες, η αποκλιμάκωση δεν μεταφράζεται σε
πολιτική χειραφέτηση ή ουσιαστική εκπροσώπηση. Αντιθέτως, βιώνεται ως μια ακόμη
αναδιάταξη δυνάμεων, όπου τα τοπικά αιτήματα υποχωρούν μπροστά σε ευρύτερους
συσχετισμούς ισχύος και εξωτερικές επιρροές. Για τη Δαμασκό, από την άλλη, κάθε
περιορισμένη εκεχειρία λειτουργεί εργαλειακά: ως μηχανισμός επανένταξης εδαφών,
ελέγχου πληθυσμών και αποκατάστασης ενός συγκεντρωτικού μοντέλου διακυβέρνησης.
Αυτές οι δύο αφηγήσεις δεν συγκλίνουν· συνυπάρχουν συγκρουσιακά, παράγοντας ένα
μόνιμο καθεστώς αβεβαιότητας και αστάθειας.
Η νέα κυβέρνηση, που εμφανίστηκε ως δύναμη ανανέωσης και απελευθέρωσης
από το αυταρχικό καθεστώς Άσαντ, καλλιέργησε προσδοκίες ρήξης με το παρελθόν.
Στην πράξη, όμως, αναδύεται ένα κεκαλυμμένο ισλαμιστικό μοντέλο εξουσίας, με
αυστηρό θεσμικό πλαίσιο, ενισχυμένους μηχανισμούς ελέγχου και σφοδρή επιβολή
της τάξης, σε έναν ανομοιογενή λαό και εξαντλημένο λαό. Η ρητορική της
«σταθερότητας» αντικαθιστά τη δημοκρατική νομιμοποίηση, ενώ η κοινωνία καλείται
—για ακόμη μία φορά— να ανταλλάξει την ελευθερία με την υπόσχεση ασφάλειας.
Έτσι, η ειρήνη στη Συρία δεν δοκιμάζεται μόνο στα σύνορα και στα πεδία
των διεθνών ανταγωνισμών, αλλά και στο εσωτερικό της: στον τρόπο που ασκείται η
εξουσία, στον χώρο που απομένει για πολιτική έκφραση, και στο κατά πόσο η
μεταπολεμική «κανονικότητα» δεν αναπαράγει, με νέο πρόσωπο, παλιά σχήματα
καταστολής.
Ταυτόχρονα, οι περιφερειακές δυνάμεις παίζουν έναν διπλό ρόλο: όχι μόνο
μέσω άμεσων στρατιωτικών παρεμβάσεων, αλλά και με στρατηγικές συμμαχίες και
ανταγωνισμούς που μεταφέρουν εντάσεις από διαφορετικά πεδία στη συριακή
επικράτεια. Η παρουσία και η συμπεριφορά της Τουρκίας, του Ισραήλ, της
Σαουδικής Αραβίας, ακόμα και των ΗΠΑ και της Ρωσίας, μαρτυρούν μια συγκρουσιακή
αρχιτεκτονική συμφερόντων όπου η Συρία λειτουργεί ως μέτωπο μιας ευρύτερης
περιφερειακής σκακιέρας.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η «ειρήνη» δεν συνιστά σταθερή στρατηγική
επιλογή, αλλά ένα μεταβατικό στάδιο διαχείρισης της σύγκρουσης. Πρόκειται για
μια προσωρινή αναστολή αντιπαραθέσεων, όχι για επίλυση. Τα στοιχεία βίας δεν
έχουν εξαλειφθεί· έχουν μετατοπιστεί, περιοριστεί χωρικά ή ενταχθεί σε νέες
μορφές άσκησης ισχύος, συχνά καλυμμένες από θεσμική ή διπλωματική γλώσσα. Η
σύγκρουση συνεχίζεται με άλλα μέσα, λιγότερο ορατά αλλά εξίσου λειτουργικά.
Η ειρήνη που διαμορφώνεται δεν αφορά την οικοδόμηση ενός κοινού
πολιτικού μέλλοντος, αλλά τη διαπραγμάτευση συσχετισμών. Κάθε εμπλεκόμενος δρών
—κρατικός ή μη — επιδιώκει τη διασφάλιση επιρροής, ελέγχου και επιβίωσης εντός
ενός ρευστού περιβάλλοντος. Η απουσία μιας κοινής πολιτικής αφήγησης και ενός ελάχιστου
πλαισίου συναίνεσης καθιστά αυτή την «ειρήνη» εγγενώς ασταθή.
Η αστάθεια αυτή εντείνεται από τη διεθνή συγκυρία, η οποία είναι
εξαιρετικά φορτισμένη. Ο πόλεμος στη Γάζα έχει τυπικά ολοκληρωθεί, χωρίς όμως
να έχει αποκατασταθεί η περιφερειακή ισορροπία. Στο εσωτερικό του Ιράν
επικρατεί έντονη αναταραχή, γεγονός που περιορίζει αλλά και καθιστά απρόβλεπτο
τον ρόλο της Τεχεράνης στη συριακή εξίσωση. Οι Ηνωμένες Πολιτείες εμφανίζονται
πιο ριψοκίνδυνες και λιγότερο προβλέψιμες στη χάραξη πολιτικής στη Μέση
Ανατολή, ενώ η Ρωσία, παραδοσιακός ρυθμιστής των εξελίξεων στη Συρία, τηρεί μια
ύποπτη σιγή, αποφεύγοντας σαφείς τοποθετήσεις και δεσμεύσεις, παρά την
διατήρηση της ναυτικής της βάσης στο Ταρτούς.
Σε αυτό το περιβάλλον ρευστότητας, η Συρία δεν φαίνεται να εισέρχεται σε
μια φάση μεταπολεμικής σταθερότητας, αλλά σε μια νέα περίοδο αβέβαιης
ανισορροπίας, όπου η ειρήνη λειτουργεί περισσότερο ως εργαλείο τακτικής παρά ως
στρατηγικός και πολιτικός στόχος.
