*
GerardoCostabileNicoletta, Πανεπιστήμιο Charles, Πράγα - Η ανάλυση
περιλαμβάνεται στην έκδοση «Ας μιλήσουμε για τα ΜΜΕ #7 - Ο Πόλεμος στα ΜΜΕ» δημοσιεύει η ομάδα MediaJokers σε
συνεργασία με το Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ.
Όπως και σε άλλα ευρωπαϊκά πλαίσια, έτσι και στην Ιταλία, το «αντι-εμβολιαστικό» μιντιακό φάσμα της πανδημίας Covid-19 φαίνεται πως υποκαταστάθηκε από το φάσμα της «προπαγάνδας υπέρ του Πούτιν». Πράγματι, τα συστημικά ΜΜΕ έχουν κρίσιμο ρόλο στο να αναπαριστούν τις κριτικές θέσεις ενάντια στην αυξανόμενη αποστολή βαρέων όπλων στην κυβέρνηση του Κιέβου ως de facto υποστήριξη της εισβολής της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Η δημιουργία αυτού του ομοιογενούς άλλου είναι το προϊόν μηχανισμών λόγου που στοχεύουν στο να διασφαλίσουν τη θέση του ιταλικού εθνικού ανήκειν στη δυτική φιλελεύθερη παγκόσμια διακυβέρνηση. Με αυτή τη σύντομη συμβολή, θέλω να υπογραμμίσω πώς μια ορισμένη ετερότητα που συγκροτείται μέσα και μέσω των συστημικών ΜΜΕ ενδυναμώνειν τον λόγο της παγκόσμιας διακυβέρνησης ενός κόσμου που κατοικείται από
αντικρουόμενα έθνη. Η περίπτωση του καθηγητή Ορσίνι στην Ιταλία, ενός πολιτικού κοινωνιολόγου που κατηγορήθηκε άδικα για προπαγάνδα υπέρ του Πούτιν, είναι ενδεικτική μιας σειράς μηχανισμών επιλεκτικότητας για το τι μπορεί να ειπωθεί στον δημόσιο διάλογο και τι όχι. Την ίδια στιγμή, αυτή η περίπτωση δείχνει πώς αναπαράγονται ιδεολογικά τα βασικά συστατικά του ιταλικού ανήκειν στην παγκόσμια φιλελεύθερη διακυβέρνηση μέσα και μέσω της συστημικής μιντιακής επικοινωνίας, παρά την προβολή αντικρουόμενων απόψεων στις εθνικές τηλεοπτικές εκπομπές.Καταρχάς,
είναι αναγκαίο να θυμίσουμε το διεθνικό ιστορικό πλαίσιο στο οποίο εμφανίζεται
αυτός ο διάλογος. Η Ιταλία είναι μια χώρα στα σύνορα, στη μέση της Μεσογείου,
όπου, ιστορικά, οι κυβερνώσες τάξεις αγωνίζονταν για να κατασκευάσουν τη
στρατηγική θέση τους στη διεθνή κοινότητα, δηλαδή τη φιλελεύθερη Δύση και την
παγκόσμια διακυβέρνησή της. Αντλώντας μια κατηγορία από τη θεωρία του
παγκόσμιου συστήματος, μπορούμε να ισχυριστούμε πως η Ιταλία είναι μια
ημι-περιφέρεια: δεν μπορεί να θεωρηθεί «περιφέρεια» επειδή είναι αρκετά πλούσια
οικονομικά και κεντρική γεωγραφικά, αλλά, από την άλλη πλευρά, δεν είναι τόσο
ισχυρή και αρκετά πλούσια ώστε να διεκδικεί ηγεμονικό ρόλο στη δυτική κοινότητα.
Αυτή η θέση είναι ένας από τους βασικούς λόγους που δικαιολογεί την υπάλληλη
στάση της στην ηγεμονική εξουσία των ΗΠΑ, από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και έπειτα. Η μακρά
διακυβέρνησή της από τις φιλο-ατλαντικές χριστιανοδημοκρατικές πολιτικές
δυνάμεις με λίγες αποσματικές απόπειρες διαχωρισμού του εθνικού πεπρωμένου από
τις ατλαντικές επιδιώξεις , η ιταλική δημοκρατία έχει υπάρξει στρατηγικό
κεφάλαιο για τη γεωπολιτική εξουσία των
ΗΠΑ – μια θέση που τις τελευταίες δεκαετίες αποτυπώνεται στη συμμετοχή στον
πόλεμο κατά της τρομοκρατίας στο Αφγανιστάν και το Ιράκ και αργότερα στον
βομβαρδισμό στη Συρία. Παρά την παρουσία ενός ισχυρού κινήματος για την ειρήνη
στη χώρα, που ενώνει τον καθολικό κόσμο και τις διαφορετικές αποχρώσεις της
Αριστεράς, οι ιταλικές κυβερνώσες τάξεις και τα κυρίαρχα οικονομικά συμφέροντα
έχουν υποστηρίξει τις πολεμικές εκστρατείες των ΗΠΑ ανά τον κόσμο ως ένα
στρατηγικό μέσο ύπαρξης στη δυτική κοινότητα.
Όταν ξέσπασε ο
πόλεμος στην Ουκρανία, τα συστημικά ΜΜΕ ήταν ακόμα απασχολημένα με τον δημόσιο
διάλογο για το τέλος των έκτακτων μέτρων που έφερε η πανδημία. Από τη στιγμή
που ο ρωσικός στρατός κατέλαβε τις ανατολικές περιοχές της Ουκρανίας, οι
τηλεοπτικές εκπομπές μετατόπισαν πολύ γρήγορα την προσοχή τους στον πόλεμο. Από
την έναρξη του πολέμου, αναδύθηκε μια καθαρή διαιρετική τομή σε αυτές τις
εκπομπές, ανάμεσα σε εκείνους που υποστήριζαν τον ουκρανικό εθνικισμό και
εκείνους που ασκούσαν κριτική στην επέκταση του ΝΑΤΟ ως ηθελημένη πρόκληση για
τη Ρωσική Ομοσπονδία. Η πρώτη θέση εκφράστηκε από την εξωτερική πολιτική της
κυβέρνησης Ντράγκι και ήταν κυρίαρχη στα συστημικά ΜΜΕ, ενώ η δεύτερη
καταδικάστηκε έντονα ως ηθική και πολιτική αιτιολόγηση της στρατιωτικής
επιθετικότητας του Πούτιν. Ανάμεσα σε πολλούς ειδικούς εξωτερικών σχέσεων και δημοσιογράφους,
ο καθηγητής Ορσίνι προσκλήθηκε σε διάφορες τηλεοπτικές εκπομπές ως ακαδημαϊκός,
ειδικός στις διεθνείς σχέσεις. Ο Ορσίνι, ένας ιδιοφυής και αναγνωρισμένος
πολιτικός κοινωνιολόγος που έχει εργαστεί στο καταξιωμένο πανεπιστήμιο LUISS
του Μιλάνου. Έχει δημοσιεύσει σημαντικά άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά και
υψηλού κύρους ακαδημαϊκά βιβλία. Λόγω της εξειδίκευσής του στη θρησκευτική και
αριστερή τρομοκρατία, ο Ορσίνι είχε ήδη κληθεί ως ειδικός για την ισλαμική
τρομοκρατία σε έκτακτη κυβερνητική επιτροπή, που προέβλεψε την εισβολή της
Ρωσίας στο Ντονμπάς. Ως φωνή αυθεντίας στις τηλεοπτικές εκπομπές, ο Ορσίνι
δέχτηκε έντονη επίθεση για τις θέσεις του ότι «ο Ζελένσκι είναι κίνδυνος για
την ειρήνη» και ότι «πρέπει να απομονωθεί, όπως ο Μπορίς Τζόνσον» (Ορσίνι, 21
Μαρτίου 2022). Με ακραιφνή λογική και στιβαρή επιχειρηματολογία – όπως
εκπαιδεύονται να κάνουν οι περισσότεροι ακαδημαϊκοί - ο Ορσίνι, εξέφρασε καθαρά την άποψη να μην
υποστηριχθεί η στρατηγική των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ στην Ουκρανία. Πρότεινε τη
διαπραγμάτευση με τον Πούτιν, αποφεύγοντας την αφηγηματική πλαισίωσή του ως
«αιμοβόρου δαίμονα» και «ζώου» που
εισέβαλε στην Ουκρανία για μια τυφλή, αυταρχική και βάρβαρη δίψα για εξουσία,
όπως ήταν το δημόσιο αφήγημα εκπροσώπων του ιταλικού Υπουργείου Εξωτερικών
Σχέσεων. Η αποδοκιμασία της τερατοποίησης
του Πούτιν τονίστηκε ακόμα περισσότερο όταν υποστήριξε πως «…αν ο Πούτιν
είναι απαράδεκτος, τότε εμείς (το ΝΑΤΟ) είμαστε ακόμα πιο απαράδεκτοι» και πως
«το δυτικό μπλοκ έχει αίμα στα χέρια του» (Ορσίνι, 27 Απριλίου 2022). Λόγω
αυτών των θέσεων, η τηλεόραση του RAI ανέστειλε τη συνεργασία μαζί του στις
δημοσιογραφικές εκπομπές του κρατικού ραδιοτηλεοπτικού δικτύου. Η αναστολή
προκάλεσε έντονο δημόσιο διάλογο περί λογοκρισίας και περιορισμού της ελευθερίας
της έκφρασης στην κρατική τηλεόραση. Ωστόσο, σύντομα το ζήτημα επιλύθηκε και ο
Ορσίνι συνέχισε να εμφανίζεται σε τηλεοπτικές εκπομπές ως ειδικός για θέματα
διεθνούς ασφάλειας. Μάλιστα, χάρη σε αυτές τις τηλεοπτικές παρεμβάσεις, η φήμη
του μεγάλωσε ακόμα περισσότερο με τη δημοσίευση ενός βιβλίου (2022) και την
παράδοση μιας διάλεξης για την αιτία του πολέμου στην Ουκρανία. Μέσω αυτών των
μιντιακών παρεμβάσεων, ο Ορσίνι έγινε ένας επιδραστικός δημόσιος διανοούμενος
που αμφισβητούσε το ΝΑΤΟ ως ένα επικίνδυνο «αυτοποιητικό θεσμό» (Ορσίνι, 29
Ιουνίου 2022). Η εναντίωσή του στην εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Ντράγκι,
στο επίπεδο της διανόησης και της πολιτικής, αποτέλεσε μια ισχυρή νόμιμη
πολιτική θέση στον ιταλικό δημόσιο διάλογο σχετικά με την αποστολή βαρέων όπλων
στην κυβέρνηση της Ουκρανίας, μια θέση που τελικά αποσταθεροποίησε την ιταλική
κυβέρνηση οδηγώντας σταδιακά στο τέλος της κυβέρνησης Ντράγκι.
