Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2014

Να μάνα, να μάλαμα!…

(Ένα λογοτεχνικό ταξίδι με την πένα του αποσυρόμενου Ευριπίδη στα βουνά της Μακεδονίας, με θέμα την άρνηση της θεότητας του Διόνυσου από τον βασιλιά των Θηβών Πενθέα και το άγριο τέλος του από τις αφηνιασμένες Βάκχες, καθώς  κι από την ίδια τη μητέρα του).

Αφού περάσαμε τις αυλές της Θήβας
και διαβήκαμε του Ασωπού το ρέμα,
φτάσαμε στις κορφές του Κιθαιρώνα
ο Πενθέας, εγώ σαν ακόλουθός του
κι ο ξένος, ο οδηγός στην πανήγυρη.
Στην αρχή καθίσαμε σε μια πράσινη
λάκα, να βλέπουμε χωρίς να μας βλέπουν
αμίλητοι και χωρίς να θορυβούμε.
Πιο πέρα γκρεμός με νερά τρεχούμενα
και δενδρόπευκα. Στον ίσκιο τους κάθονταν
οι μαινάδες, που με δουλειές ευχάριστες
είχαν καταπιαστεί. (…)

Ο καψερός ο Πενθέας μη μπορώντας
να δει το γυναικομάνι, λέει στον ξένο:
«Ξένε, απ’ τη θέση τούτη δεν ξεχωρίζω
τις Μαινάδες τι κάνουν. Αν σκαρφαλώσω
σε ψήλωμα ή σε έλατο αψηλόφουντο
θα καλοβλέπω όλες τις αισχρουργίες τους».
Τι ήταν αυτό το θάμα που δεν είδα τότενε;
Ένα κλώνο ο ξένος ελατιού τρίψηλου
Πιάνει και προς τη γη τον τραβάει κάτω.
Λύγισε σαν τόξο ή και τροχός καμπύλος,
που το γύρο του το σημαδεύει ο τόρνος.
Όμοια κι ο ξένος το βουνίσιο έλατο
το λύγισε στη γη με τα δυο του χέρια,
κατόρθωμα υπεράνθρωπο. Απίθωσε
πάνω του τον Πενθέα και προσέχοντας
μην τον τινάξει, το άφηνε απ’ τα χέρια του
σιγά, απαλά να ξαναπάει στη θέση του.
Πήρε τη φυσική του θέση ολόισιο
με τον αφέντη μου στην κορφή καβάλα.
Έτσι όμως οι μαινάδες τον βλέπαν πιότερο
απ’ όσο εκείνος. Καλοφαίνονταν
εκεί ψηλά. Τότε ο ξένος χάθηκε
κι ακούστηκε από τα ύψη μια φωνή…φωνή
το δίχως άλλο του Διόνυσου, που’ λεγε:
«Γυναίκες, φέρνω αυτόν, που περιγελάει
και σας κι εμέ από τις τελετουργίες μου.
Παιδέψτε τον». Κι ως το έλεγε στήριζε
ιερή φλόγα γης κι ουρανού αναμέσο.
Σίγησε ο αιθέρας. Τα δεντρόφυλλα
δε σάλευαν. Φωνή θεριών δεν άκουγες.
Οι μαινάδες, που τα αυτιά τους δεν πήρανε
Ξάστερα τον ήχο ξεπετιούνται όρθιες
με τα μάτια γουρλωμένα. Τότε εκείνος
πρόσταξε τα ίδια. Κι όταν πια του Κάδμου
οι κόρες νιώσανε του Βάκχου τη διάτα
τρέχοντας πιο γρήγορα από περιστέρες
λες κι είχαν φτερά, χύμησαν όλες τους
κι η μάνα του η Αγαύη κι οι αδερφές της.
πηδούσανε βράχους και ξεροπόταμα
ξεφρενιασμένες απ’ του θεού τα λόγια.
κι ως είδανε τον αφέντη καθισμένο
στο έλατο, σκαρφάλωσαν αντίκρυ του
σε βράχο κι άλλες του’ ριχναν με ορμή πέτρες
άλλες τους τον ακόντιζαν με ελατόκλαδα
κι άλλες τους σημάδευαν τον ταλαίπωρο
Πενθέα με το θύρσο. Κόπος μάταιος,
γιατί βρίσκονταν σε ύψος που ξεπέρναγε
την τόση προθυμιά τους κι αυτός κάθονταν
με υπομονή κι αγωνία σύνωρα.
Μετά πήρανε πουρνάρινα παλούκια
και με αυτούς τους ξύλινους λοστούς ξέσκαβαν
τις ρίζες του ελάτου. Μοχθούσαν μάταιο
κόπο. Γι’ αυτό τους λέει η Αγαύη: «Κάνετε,
Βάκχες, ένα κύκλο κι απ’ τους δεντρόκλωνους
πιαστείτε να τσακώσουμε εκειό τ’ αγρίμι
για να μην κοινολογήσει τους χορούς
τους μυστικούς του θεού». Και τότε οι Βάκχες
άδραξαν και τραβούσαν – χέρια αμέτρητα –
τα δέντρα ώσπου το ξεκώλωσαν απ’ τη γη.
Κι ο Πενθέας έπεσε απ’ τα ύψη που κάθονταν
στη γη αγκομαχώντας γιατί το’ νιωσε
πως έφτασε το τέλος του.
κι η μάνα του
πρώτη το φόνο αρχίζει ορμώντας πάνω του.
Πέταξε αυτό το μαγνάδι απ’ τη κόμη του,
μήπως τον γνωρίσει και δεν τον σκοτώσει
και πιάνοντάς της το μάγουλο της είπε:
«Εγώ είμαι, μάνα μου, ο γιούλης σου ο Πενθέας,
Που γέννησες στο σπίτι του Εχίονα.
Λυπήσου με, μνα, δε λέω έφταιξα
Όμως μη σφάζεις, μάνα μου, το τέκνο σου».
Εκείνη άφριζε και στριφογυρνούσε
γουρλωτά τα μάτια της, δεν ήταν σε θέση
να σκεφτεί όσα’ πρεπε. Δεν την έπειθε.
Την είχε κυριέψει Βακχική μανία.
Τον πιάνει απ’ το ζερβί με τα χέρια της,
στηρίζει τόνα πόδι της στο πλευρό του
και τραβώντας τον, τον ξεπλάτισε
όχι από δύναμή της. Ο θεός της έδωσε
δεξιοσύνη. Απ’ τ’ άλλο μέρος η Ινώ
του ξέσκιζε τις σάρκες και αποτέλειωνε
το έργο. Κι η Αυτονόη γύρω κι όλες
οι Βάκχες τον ζώσανε και στριγγλίζανε.
Ο Πενθέας ενόσω ακόμα ανάσαινε
βογκούσε βαριά κι εκείνες αλάλαζαν.
Μια κρατούσε το ένα του χέρι, άλλη
ένα πόδι ποδεμένο. Με χέρια ματωμένα
κάθε μια τους πετούσε σα σφαίρα
κοψίδια του αφέντη μου. Άλλα κομμάτια του
κάτω από γκρεμόβραχους, άλλα στα θάμνα
τα πυκνόφυλλα. Δύσκολο να τα μάσεις.
Το άθλιο του το κεφάλι το άρπαξε η ίδια
η μάνα του και το’ μπηξε στου θύρσου της
τη μύτη και το φέρνει στον Κιθαιρώνα,
σαν να ήταν κεφαλή λιονταριού βουνίσιου
αφήνοντας τις αδερφές της στους θίασους
των μαινάδων. Έρχεται καμαρώνοντας
για το φριχτό κυνήγι της εδώ στο κάστρο
και κράζει το Βάκχο, που συγκυνηγό της
και συνεργάτη Καλλίνικο τον λέει
δακρυσμένη από χαρά για τη νίκη της.
εγώ πριν έρθει η Αγαύη στο παλάτι
φεύγω από τη συμφορά. Η θεοσέβεια
κι η σωφροσύνη είναι το πιο όμορφο.
Και νομίζω πως είναι και σοφότατο
για τους ανθρώπους, που τα’ χουν και τα δύο.

Για τους αναγνώστες
Παρθένα Π. Τσοκτουρίδου