Της
Παρθένας Τσοκτουρίδου.
Τώρα, τι να πω κι εγώ η πτωχή κι ασήμαντη
ποιήτρια!... Να μιλήσω για τη δύναμη της ελπίδας;. Για την έννοια της;. Για τη
σημασία της;.. Για την έλλειψη της;.Πως;. Με ποια ψυχική δύναμη, εφόσον κι η
δική μου συναισθηματική κατάσταση είναι κακή, όπως και όλων των συνανθρώπων
μου, σ' αυτούς τους χαλεπούς καιρούς, που μόνο θεωρητική φαντάζει η ελπίδα από
τους κήρυκες της πολιτικής; Με ποια ηθική δύναμη, εφόσον η απελπισία και η
μελαγχολία, που προκύπτει από τις οικονομικές συμφορές της χώρας μας, δεν μου
επιτρέπει (και κακώς) πια να έχω ιδιαίτερες φιλοσοφικές αντιλήψεις;
Δεν μου επιτρέπει να
υπερπηδώ τα εμπόδια και τα σκληρά χτυπήματα από την πολιτική ζωή, αλλά μου
επιτρέπει να απελπίζομαι, να απογοητεύομαι και να καταθέτω τα όπλα, εφόσον με
καθιστά άπραγη και λυπημένη; Τα αποτελέσματα αυτής της ψυχικής κατάστασης τα
γνωρίζουμε όλοι: αυτοκτονία ή ανθρωποκτονία (!;..).
Και το' παθα ΕΓΩ!, η
πτωχή ποιήτρια, που έχω συγγράψει μάλιστα και παιδικό θεατρικό έργο για την
ΕΛΠΙΔΑ (αχ,..δάσκαλε που εδίδασκες και νόμο δεν εκράτεις!!!). Αναφερόταν, αν
θυμάμαι καλά, στο «Όνειρο της γιαγιάς Καλλής» και κάπου λίγο πιο κάτω από την
αρχή αναφερόταν ποιητικά στο θέμα της υπόθεσης κάπως έτσι.
-Ζούσε κάποτε σ' ένα σπίτι μια
γιαγιά καλή
Ήτανε φτωχή, είχε όμως πλούσια την
ψυχή.
Ευλαβής στον Θεό προσευχόταν κι
έκανε ευχή
Να' χει πάντα μες την καρδιά της
ελπίδα, χαρά, ζωή.
-Ήθελε, ο Θεός να της δώσει
την ευχή Ελπίδα
Να την έχει κοντά της για όπλο,
στην ψυχή ασπίδα.
Και για σύνθημα ήθελε να' χει την
ευχή Χαρά
Συναισθήματα πάντα να έχει, χαρά με
την οκά.
-Στους πολέμους, τη φρίκη, να έχει
την νίκη την τρανή
Παρακάλια έκανε να' χει την ευχή
Ζωή.
Κι ο Θεός στα όνειρα της δίνει από
μία ευχή
Με τον άγγελο του της στέλνει
Ελπίδα, Χαρά, Ζωή.
Αχ, αχ!... Αυτό το έγραψα
όμως για τα μικρά παιδιά!... Επομένως, δεν έχει ισχύ στους μεγάλους!. Και
επανέρχομαι κυρίες και κύριοι. Γιατί να έχει τόσο δίκαιο εκείνος ο Σοπενχάουερ
Αρθούρος, που έλεγε «ότι είμαστε υποχρεωμένοι να κινούμαστε ανάμεσα στη θλίψη
και στην οδύνη»; Γιατί να έχει τόσο δίκαιο ό Άγγλος ανθρωπιστής Τόμας Μουρ που
είπε πως «η χαρά είναι μια ουτοπία»; Γιατί να επανέρχομαι στην περίφημη
εκκλησιαστική φράση: «Ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης»; Γιατί να
επαληθεύεται η φιλοσοφία του Βραχμανισμού πως «ο εξωτερικός κόσμος είναι μια
απάτη»;
Όχι.!... Δεν πρέπει να
κάνω τέτοιες απαισιόδοξες σκέψεις, παρ' όλα τα φοβερά πλήγματα της ανθρωπότητας
σήμερα. Πρέπει να διατηρήσω τις δυνάμεις μου ακμαίες. Όταν «η ψυχή μένει στητή
κι ολόρτη, τίποτα δεν χάνεται», κατά τον Σολωμό. Και τι μπορεί να κρατήσει
ακμαίες τις ψυχικές και σωματικές μου δυνάμεις; Τις δυνάμεις όλων μας; Μόνο η
ελπίδα.
Έλληνες/-ίδες, θυμηθείτε
στην ιστορία μας τον δουλικό ζυγό που σήκωσαν οι πρόγονοι μας επί τέσσερις
αιώνες!... Είχαν χάσει τα πάντα!... Κράτησαν όμως την ελπίδα για μια μελλοντική
ανάσταση!... Αυτό οφείλουμε να κάνουμε κι εμείς. Η ελπίδα θα μας παρηγορήσει
στις συμφορές μας και θα τονώσει το ηθικό μας.
Έως ότου βέβαια ωριμάσουν
οι συνθήκες και κάνουμε κι εμείς επανάσταση όπως οι πρόγονοι μας. Αυτή τη φορά
όμως με όπλο την ψυχική μας ρώμη, που θα γεννηθεί από την προοπτική για ένα
καλύτερο μέλλον. Το όραμα ενός καλύτερου αύριο είναι αυτό που θα μας
παρηγορήσει, θα μας ενθαρρύνει και θα μας δυναμώσει για ένα αγώνα για αποκατάσταση
των όσων χάσαμε.
«Όπου υπάρχει ζωή,
υπάρχει κι ελπίδα», λέει μια αγγλική παροιμία. «Νυνί δε μένει πίστις, ελπίς,
αγάπη, τα τρία ταύτα. Μείζων δε τούτων η αγάπη», (Παύλος, Α΄ Κορ. Ιγ' 13).
Λέτε, ορμώμενη από τον απ. Παύλο να έγραψα κάπου στο παιδικό μου ως άνω
αναφερόμενο παιδικό θεατράκι, τις παρακάτω συνομιλίες;.
ΓΙΑΓΙΑ: Δεν βλέπεις; Ανάβω την
καντήλα και προσεύχομαι στον Θεό να μου δίνει πάντα χαρά, ελπίδα και ζωή.
Είναι μια συνήθεια που έχω από πάντα. Την εκτελώ κάθε βράδυ λίγο προτού
κοιμηθώ.
ΕΛΠΙΔΑ: Αχ, γιαγιά, εγώ είμαι η Ελπίδα. όπλο όλων και
ασπίδα.(Βάζει το χέρι στην καρδιά και έχει ρομαντικό ύφος). Και να ξέρεις: με
δύναμη υπερπηδώ όλες τις δυσκολίες, στο λεπτό. Το σύνθημα που έχω στην ζωή
είναι πίστη κι όνειρα σ' αυτή.
«Η ελπίδα και η πίστη
συντηρούν όλους τους ανθρώπους», μας είπε ο Σημονίδης Αμοργίνος, ο δε Πίνδαρος
είπε πως «ο άνθρωπος πρέπει να φροντίζει να τρέφει αγαθές ελπίδες» κι ο
Γρηγόριος Θεολόγος είπε πως «μεγάλη βοήθεια στους δυστυχισμένους η ελπίδα για
μια καλύτερη μεταβολή».
Κι εμείς οι Έλληνες
είμαστε πραγματικά δυστυχισμένοι σήμερα κι απαισιόδοξοι και συνοψίζουμε την
λυπημένη ψυχική μας κατάσταση στο περίφημο σονέτο του Λορέντζου Μαβίλη «Ο
Ανεμόμυλος», που λέει: «Ο κόσμος είναι ένα πλανερό μαγνάδι/κεντισμένο με ρόδα
και βάγια/μ' ήλους και μ' άστρα που τα' απλώνει η Μάγια/απάνου στης αλήθειας το
σκοτάδι.».
Μα, γιατί να μην ακούσω
τον Αισχύλο, που είπε πως «είναι γλυκό να περνά κανείς τη μακριά ζωή του μ'
ελπίδες που δίνουν θάρρος»;. Ναι, αυτό θα κάνω! Αν και πτωχή κι ασήμαντη
ποιήτρια, θα γράψω κι εγώ στίχους και θα υμνήσω την ελπίδα. Γιατί ΕΛΠΙΖΩ.
Άρα ΥΠΑΡΧΩ. Εφόσον ΖΩ, πρέπει να ΕΛΠΙΖΩ. Ας γράψω λοιπόν
τον ύμνο μου για την ελπίδα, τον οποίο και θα σας αφήσω παρακαταθήκη για μια
ορθολογιστική σας τοποθέτηση στη ζωή, με σκοπό να σας οδηγήσω στην ανάταση του
«αλατιού της ζωής», που είναι η ευτυχία. Διαβάστε με, λοιπόν..
Ο ύμνος της ελπίδας
Ονειρεμένη
συ του σύμπαντος, πανέμορφη ελπίδα
συ
των ανθρώπων η πνοή και της ψυχής ασπίδα
εσύ
που ζωγραφίστηκες στους δρόμους των μυαλών
λάμπρυνε
τα σκοτάδια εσύ κραυγών και ιδεών
συ
ξελογιάστρα στις ροές κάθε λογής ανέμου
στους
στεναγμούς του έρωτα, ζωής, πείνας, πολέμου
δραπέτισσα
στα δάκρυα μαγείας, οραμάτων
του
φεγγαριού υφάντρα εσύ με πέπλα αισθημάτων
για
μια στιγμή συ άγγιξε δάχτυλα της ζωής
νιώσε
την ερημιά εσύ της καθεμιάς ψυχής.
-Μη
κρύβεσαι, πανέμορφη και μην αδιαφορείς
για
μυστικά της ύπαρξης όλης αυτής της γης
γίνε
αστέρι λαμπερό, τυλίξου στα κορμιά
για
να φωτίσεις τη σκιά που νιώθει η μοναξιά
περπάτησε
κι εσύ, μπορείς, στο δρόμο της χαράς
νεράιδα
και γοργόνα συ αλήθειας κι ομορφιάς
μες
τα βασίλεια του νου γίνε πριγκίπισσα του
μάγεψε
όλους τους καημούς, γίνε η τύπισσα του
στα
προδομένα όνειρα, τα παραπονεμένα
έλα
εσύ και βούτηξε σε δάκρυα ευτυχισμένα.
-Φώτισε
όλα τα κενά που σταματούν την ώρα
τον
πόνο συ απάλυνε σε γνώσης ενδοχώρα
ξεδίψασε
τον έρωτα με τους χρυσόσπορους σου
πότισ'
τους για να θρέψουνε όλους τους άπορους σου
που
ζουν μέσα στον πόλεμο, την πείνα την τρανή
και
μέρα - νύχτα εύχονται ειρήνη στη ζωή
εισχώρησε
στη θύμηση, το θάρρος κει που λείπει
γιγάντωσε
τη θέληση σε προσμονή και λύπη
πρόσεξε
όμως μην καείς στις πικραμένες φλόγες
τις
πόρτες άσε ανοιχτές στου γυρισμού τις ώρες.
-Μην
ξεψυχήσεις άμα δεις βλέμμα του εγωισμού
φυλάξου
στις αχτίδες συ του παραλογισμού
τρέξε
στα καταπράσινα λιβάδια του προσώπου
λεύτερα
άσε τα πουλιά κάθε λογής ανθρώπου
στου
παραδείσου τη χαρά όλα τους να πετάξουν
τους
ήλιους σ' όλες τις καρδιές εκείνα όλα ν' αλλάξουν
την
άνοιξη να φέρουνε στ' αχόρταγα όνειρα σου
πιστά
να κελαηδήσουνε λαχτάρα και χαρά σου
και
μέσα στο ξημέρωμα της ροδαλής αυγής
να
αγκαλιάσουν λεύτερα το φως της προσμονής.
Δεν τελείωσα, αγαπητές/-οί μου!... Θα κλείσω με τον επίλογο που
έχω γράψει στο ως άνω προαναφερόμενο παιδικό θεατράκι μου! Όχι πως θα σας
καλύψω βέβαια, αλλά θα σας μεταφέρω σίγουρα στον παιδικό κόσμο των ονείρων για
ελπίδα, κάτι που σίγουρα έχουμε όλοι ανάγκη στη εποχή μας. Να νιώσουμε, δηλαδή,
λίγο παιδιά.
Όνειρα,
όνειρα
Γεμάτα
από χαρά
Όνειρα,
όνειρα
Με
καλή καρδιά
Όνειρα,
όνειρα
Μ'
ελπίδα στη ζωή
Μας
έδωσε η γιαγιά Καλλή
Να
κάνουμε σ' αυτή τη γη.
Όνειρα
ευτυχισμένα
Μ'
αισθήματα κι ευχές
Όνειρα
ποτισμένα
Μ'
ελπίδα στις ψυχές.